Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013


ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ

Όλοι εμείς που ζούμε την πρωτοφανή αυτή καταστροφή της χώρας μας μεγαλώσαμε με μύθους και taboo που σε αρκετές περιπτώσεις άγγιζαν τα όρια του γελοίου και του παράλογου. Τώρα που νομίζω δεν υπάρχει «σοβαρός» άνθρωπος να πιστεύει τις οικονομικές αναλύσεις του ΜΕGΑ, ΑΝΤ1 ή ΣΚΑΪ, ας ξανασκεφτούμε τη μυθολογία που περιέβαλε την απλή και ταπεινή ζωή του καθενός μας.
  • ·        Η  Ελλάδα θα προοδεύσει μέσω του ευρώ και της ευρωπαϊκής ένωσης
  • ·        Η Ελλάδα χρειάζεται υπεύθυνες και έμπειρες κυβερνήσεις δηλαδή την κυβέρνηση της ΝΔ
  • ·        Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στη σταθερότητα και την ανάπτυξη
  • ·        Το πρόβλημα της Ελλάδας είναι η φοροδιαφυγή , κυρίως μικρομεσαίων και επαγγελματιών
  • ·        Το ευρώ θα μας εξασφαλίζει την ευημερία
  • ·        Στην Ελλάδα υπήρξε μεταπολίτευση και αποκατάσταση της δημοκρατίας
  • ·        Υπήρξε και εκδημοκρατισμός των σωμάτων ασφαλείας
  • ·        Για το χρέος φταίνε οι συνδικαλιστές, οι αυξήσεις στους μισθούς, οι τεμπέληδες Έλληνες, οι λίγες ιδιωτικοποιήσεις, τα κλεμμένα του Άκη, του Γιώργου, του τάδε, του δείνα.
  • ·        Ο δανεισμός της Ρωσίας ή της Κίνας είναι καλύτερος από το ΔΝΤ
  • ·        Η Ευρώπη θα μας έσωζε αλλά εμείς είμαστε τόσο διεφθαρμένοι που δεν μπορούμε να ακούσουμε τις σοφές συμβουλές της
  • ·        Τα στατιστικά της ΕΛΣΤΑΤ μαγειρεύτηκαν ερήμην  των πολιτικών μας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  • ·        Η Ελλάδα βγαίνει σε λίγο από την κρίση
  • ·        Οι νεοφασίστες ως συνεχιστές της αείμνηστης Χούντας θα βάλουν τάξη στο κράτος.

Αυτά και άλλα «ανέκδοτα» καταπίνουν αμάσητα πολλοί συμπολίτες μας και εξακολουθούν να ψηφίζουν «σίγουρες» «σταθερές» δυνάμεις, όπως αυτές που λεηλατούν αυτή τη στιγμή το λαϊκό εισόδημα. Λείπει εντελώς η κοινή λογική, ο κοινός νους , και αν ίσως υπάρχει κάπου, φαίνεται ξεχειλωμένος από την αμερικάνικη υποκουλτούρα που μας περιλούζει. Εξακολουθούμε να πιστεύουμε στο ραγιαδισμό, την προσαρμογή στη βαρβαρότητα, το ρουφιανισμό μπας και επιζήσουμε από τις σάρκες του συμπολίτη μας.

«ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακός, ἕνα δεμάτι χόρτο-
χείλια καὶ δάχτυλα ποὺ λαχταροῦν ἕνα ἄσπρο στῆθος
μάτια ποὺ μισοκλείνουν στὸ λαμπύρισμα τῆς μέρας
καὶ πόδια ποὺ θὰ τρέχανε, κι ἂς εἶναι τόσο κουρασμένα,
στὸ παραμικρὸ σφύριγμα τοῦ κέρδους.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς καὶ διψασμένος σὰν τὸ χόρτο,
ἄπληστος σὰν τὸ χόρτο, ρίζες τὰ νεῦρα του κι ἀπλώνουν-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
προτιμᾶ νὰ σφυρίξουν τὰ δρεπάνια στ᾿ ἄλλο χωράφι-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
ἄλλοι φωνάζουνε γιὰ νὰ ξορκίσουν τὸ δαιμονικὸ
ἄλλοι μπερδεύουνται μὲς στ᾿ ἀγαθά τους,  ἄλλοι  ρητο-
    ρεύουν.
Ἀλλὰ τὰ ξόρκια τ᾿ ἀγαθὰ τὶς ρητορεῖες,
σὰν εἶναι οἱ ζωντανοὶ μακριά, τί θὰ τὰ κάνεις;
Μήπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄλλο πράγμα;
Μὴν εἶναι αὐτὸ ποὺ μεταδίνει τὴ ζωή;
Καιρὸς τοῦ σπείρειν, καιρὸς τοῦ θερίζειν.
»

Γεώργιος Σεφέρης, Τελευταίος Σταθμός

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012


12 ζητήματα δεοντολογίας σχετικά με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών που εργάζονται στα  Πειραματικά Πρότυπα Σχολεία

Με αφορμή την επικείμενη αξιολόγηση  των εκπαιδευτικών  των Πειραματικών Πρότυπων Σχολείων θέτω προς προβληματισμό 12 ερωτήματα, που αφορούν στη δεοντολογία  και την επιστημονική εντιμότητα αυτής της αξιολόγησης. Πέρα  από την επιστημονική, ιδεολογική ή πολιτική της διάσταση, θεωρώ ότι εγείρονται σοβαρά μεθοδολογικά προβλήματα παιδαγωγικής και κοινωνικής φύσεως. 
Συγκεκριμένα,
  1. 1.       είναι δεοντολογικό και επιστημονικό να αξιολογούμαι  σε κάτι που δεν έχω δει ποτέ να εφαρμόζεται στην τάξη,  όπως η διαθεματικότητα, το πρότζεκτ, οι συνθετικές εργασίες, η ομαδοσυνεργαστική μάθηση;
  2. 2.       είναι δεοντολογικό και επιστημονικό να περιορίζεται η ελευθερία του εκπαιδευτικού κατά τη διδασκαλία του και να αξιολογείται σε συγκεκριμένες τεχνικές και μεθόδους διδασκαλίας αμφίβολης και μη πιστοποιημένης  εγκυρότητας ;
  3. 3.       είναι δεοντολογικό και επιστημονικό να συναρτάται η επίδοση των μαθητών μόνο με την επάρκεια ενός εκπαιδευτικού;
  4. 4.       είναι δεοντολογικό και επιστημονικό να συνδέεται η προαγωγή και ο μισθός με την ικανοποίηση μιας σειράς υποκειμενικών και σχετικών κριτηρίων ;
  5. 5.       είναι δεοντολογικό να εμπλέκονται στη διαδικασία της αξιολόγησης εκπαιδευτικών  άλλοι εκπαιδευτικοί ‘- οι εκπαιδευτικοί της ΕΠΕΣ, που είναι διορισμένοι και όχι
  6. αιρετοί;
  7. 6.       είναι δεοντολογικό και επιστημονικό να αξιολογούν φορείς , διευθυντές, σύμβουλοι που δεν έχουν υποστεί ανάλογη αξιολόγηση ;
  8. 7.       είναι δεοντολογικό και επιστημονικό να μην προσμετρείται παρά ελάχιστα η προϋπηρεσία στα ΠΠΣ ;
  9. 8.       είναι δεοντολογικό να εισάγεται  με την εγκύκλιο άρθρο άσχετο με το νόμο πλαίσιο που τιμωρεί ‘όσους δεν δεχτούν να αξιολογηθούν ;
  10. 9.       είναι δεοντολογικό να αξιολογείται και μάλιστα τιμωρητικά  ο εκπαιδευτικός ο οποίος μέσα σε αντίξοες συνθήκες( έλλειψη σχολικών βιβλίων, ανεπαρκής επιμόρφωση, περικοπές στη χρηματοδότηση , απουσία κατάλληλων υποδομών) καταβάλλει τιτάνια προσπάθεια να βοηθήσει τους μαθητές του ;
  11. 1   είναι δεοντολογικό να συνδέεται η οργανική θέση του εκπαιδευτικού με την επάρκεια του  σε μια σειρά από υποκειμενικά κυρίως κριτήρια ;  Είμαστε κατά το νόμο μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, που έχουμε αξιολογηθεί πολλές φορές μέσω  των σπουδών, του ΑΣΕΠ και της τοποθέτησης μας στα ΠΠΣ. Γιατί λοιπόν τόση πρεμούρα να αξιολογηθούμε και να χάσουμε την οργανική μας θέση ;  
  12. 1  αλήθεια , τα κριτήρια της αξιολόγησης των  εκπαιδευτικών των ΠΠΣ ανταποκρίνονται σε εκπαιδευτικούς δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης  έστω με αυξημένα προσόντα ή σε καθηγητές  ανώτατης εκπαίδευσης λέκτορες επίκουρους  , ή μήπως αυτοί θεωρούνται καταλληλότεροι για να διδάξουν σε ΠΠΣ ;
  13.    είναι παιδαγωγικό, τέλος, να εισάγουμε στο σχολείο τακτικές φακελώματος και προγραφών με το φάκελο παρουσίας του εκπαιδευτικού στο σχολείο;  Αλήθεια ποιος είναι πιο συνεπής , ένας εκπαιδευτικός που φέρεται έντιμα, αγωνίζεται  και απεργεί όταν χρειάζεται για το μέλλον των μαθητών και των παιδιών του, διαφωνεί  με τους ανωτέρους του σε θέματα παιδαγωγικά   και  υπηρεσιακά  ή εκείνος που προσποιείται ότι όλα βαίνουν καλώς, που  προσπαθεί να μπει στην κάθε είδους ‘’αυλή‘’ , για να είναι αρεστός στην εκάστοτε διοίκηση;


Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012


Όλα οδηγούν σε   αιγυπτοποίηση    της Ελλάδας

Χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση τα μονοπώλια, η νέα τάξη της οικονομικής και ιμπεριαλιστικής ελίτ  τραπεζιτών και οικονομικών γιγάντων με σύμμαχο το σάπιο μιντιακό κατεστημένο και τους πολιτικούς εντολοδόχους τους επιβάλλουν άλλο ένα δυσβάσταχτο πακέτο περικοπών και φόρων στον ελληνικό λαό. Χιλιάδες απολύονται , η πείνα και οι αρρώστιες εξαπλώνονται και βασικά αγαθά όπως το νερό, το ηλεκτρικό ρεύμα, το ψωμί και το γάλα μετατρέπονται σε σπάνια είδη.
 Αναντίστοιχη με τη σφοδρή αυτή επίθεση στην εργατική οικογένεια είναι η λαϊκή αντίσταση και η πολιτική αντιπαράθεση.  Πέρα από κάποιες μαζικές αλλά όχι ιδιαίτερα πολυπληθείς  συγκεντρώσεις ,  τον ρόλο αυτό παίζουν στα κανάλια και στα έντυπα η λεγόμενη  ευρώ- αριστερά και η λαϊκή δήθεν Δεξιά , ο  Σύριζα και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες , που προτείνουν αναδιαπραγμάτευση, περικοπή του χρέους και μια σειρά από διαχειριστικά μέτρα έναντι της πρωτοφανούς αυτής βαρβαρότητας που επιβάλλεται στην Ελλάδα.  Οποιαδήποτε άλλη λύση θεωρείται καταστροφική περιθωριοποιώντας όποιους προτείνουν ριζικές και επαναστατικές λύσεις, που θα δώσουν ελπίδα και όραμα στον εξαθλιωμένο ελληνικό λαό.  ΤΟ ΚΚΕ για παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελέσει μια δύναμη συσπείρωσης όλων των δυνάμεων που επιζητούν διαγραφή του χρέους και χάραξη μιας άλλης φιλολαϊκής πολιτικής ακόμη και εκτός της ΕΕ. Η ενίσχυση ωστόσο από το κατεστημένο του νεοναζισμού και της  λεγόμενης κυβερνώσας αριστεράς και  ο βομβαρδισμός της κοινής γνώμης με αποπολιτικοποιημένα ψευτοδιλήμματα όπως ευρώ ή δραχμή, εντός της ΕΕ ή εκτός, κυβέρνηση της Αριστεράς ή όχι έφεραν το εν λόγω κόμμα από θέση αδυναμίας και περιθωρίου
’’φωνή βοώντος‘’  να επιμένει στη μόνη για το λαό σωτήρια λύση που είναι η αποδέσμευση από το ευρώ και την ΕΕ.
                Ως επακόλουθο της αδυναμίας άρθρωσης σοβαρού αντιμνημονιακού λόγου από τα προβαλλόμενα από τα ΜΜΕ κόμματα οι Έλληνες σύρονται καθημερινά σε νέα μνημόνια και εξωφρενικά χαράτσια που θα μετατρέψουν την καθημερινότητα σε ατέρμονο αγώνα για δουλειά και στοιχειώδες μεροκάματο.  Ταυτόχρονα όμως η απογοήτευση και η αντίδραση- αγανάκτηση θα μεγαλώνει και η εξέγερση δεν θα αργήσει να εμφανιστεί στα ελληνικά αστικά κέντρα. Με δεδομένο ότι τα ποσοστά όλων των κομμάτων θα μειωθούν δραματικά λόγω των αντιλαϊκών και δυσβάστακτων μέτρων  θα επικρατήσει ακυβερνησία που θα συνοδευτεί από νέκρωση των δημόσιων υπηρεσιών, χρεοκοπία,  βίαιες αντιπαραθέσεις  σε ανοιχτούς χώρους  με την αστυνομία ή και τον στρατό. Τέτοιες εικόνες σημειώθηκαν πριν λίγο καιρό στις πλατείες του Καΐρου  με χιλιάδες διαδηλωτές να συγκρούονται με την αστυνομία και το στρατό σε συνθήκες ακυβερνησίας και χάους.  Φυσικά και δεν ήταν παρά άλλη μία λαϊκή εξέγερση σε αραβική χώρα που χειραγωγήθηκε και απαξιώθηκε από τις ΗΠΑ  και τις ευρωπαϊκές δυνάμεις.  Ενώ ο αιγυπτιακός λαός εξεγείρονταν για ψωμί και δουλειά, συνυφαίνονταν η διάδοχη κατάσταση του καθεστώτος Μουμπάρακ που ήταν αρχικά μια στρατιωτική  δικτατορία και  στη συνέχεια μια φιλοδυτική κυβέρνηση, που όχι μόνο δεν έλυσε στοιχειωδώς τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα αλλά  τον τελευταίο καιρό περιορίζει τις δημοκρατικές ελευθερίες και τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου στην κυβέρνηση.
Ο έλεγχος  χαοτικών καταστάσεων και της λαϊκής εξέγερσης από την αμερικάνικη υπερδύναμη και τους σύμμαχους της στηρίζεται στην γενικότερη σπασμωδική και μεμονωμένη διαμαρτυρία,  που  περιχαρακώνεται και δεν προσεγγίζει μαζικά ακροατήρια. Οι συμμαχίες που επιχειρήθηκαν στην Αίγυπτο είχαν προσωρινό και συμβατικό χαρακτήρα αφού ήταν φανερό ότι δεν υπήρχε περιθώριο πολιτικής συνεργασίας μεταξύ Αριστερών σχημάτων και μουσουλμανικών κινημάτων.         Κατά παρόμοιο τρόπο και στην Ελλάδα - και μακάρι να βγω λάθος -δεν θα δοκιμαστούν ριζοσπαστικές λύσεις αλλά νέα διαχείριση και διαπραγμάτευση του χρέους και των μνημονίων. Το ίδιο συνέβη άλλωστε στην Αργεντινή, μια άλλη κατεστραμμένη από το ΔΝΤ  χώρα. Ο λαός επομένως, τίθεται σε ρόλο κομπάρσου και παρατηρητή   εθισμένος έτσι και αλλιώς στη καναπεδίστικη  τηλεδημοκρατία και στη μοναχική μεμψιμοιρία.
Για να αποτραπούν αυτές οι αρνητικές για όλους μας εξελίξεις θα πρέπει να συμμετάσχουμε όλοι ενεργητικότερα στον αγώνα κατά της σημερινής πολιτικής  με την απεργία και τις διαδηλώσεις χωρίς να επιτρέπουμε σε κανένα να διαπραγματεύεται τα δίκαια μας εν ονόματι μας χωρίς όμως τη δική μας εξουσιοδότηση και παρουσία στις πολιτικές εξελίξεις.  Χρειάζεται να συστρατευτούμε κάτω από το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ ως τις  μόνες συνεπείς  ιδεολογικά και πολιτικά δυνάμεις αυτή τη στιγμή στον τόπο μας. 

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012


Η εξέγερση του Πολυτεχνείου  τότε και σήμερα

Η φετεινή επέτειος   της εξέγερσης του Πολυτεχνείου είναι σημαδιακή.  Τα αιτήματα που αναπτύθηκαν στον αντιδικτατορικό αγώνα και βρήκαν την κορυφαία έκφρασή τους εκείνες τις ημέρες του 1973 είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρα από ποτέ. Η Ελλάδα του 2012 βρίσκεται πλήρως  υποταγμένη στα πολεμικά σχέδια του ΝΑΤΟ, δεμένη στα οικονομικά και πολιτικά παιχνίδια των ΗΠΑ και της ΕΕ, η Κύπρος είναι  διαιρεμένη, το αίτημα για λαϊκή εξουσία , γνήσια δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη ακούγεται σήμερα όλο και περισσότερο, ακόμη και το ξεχασμένο για κάποιους σύνθημα « ψωμί παιδεία ελευθερία» επιστρέφει δυναμικά στις σύγχρονες συγκεντρώσεις.
 Όσοι, επομένως,  βιάστηκαν να μιλήσουν για παρακμή, σβήσιμο της μνήμης, ξεπούλημα της γενιάς  του Πολυτεχνείου καλύτερα να το ξανασκεφτούν. Ένα φάντασμα είναι πάνω από την Ελλάδα σήμερα και αυτό είναι το αγωνιστκό πνεύμα εκείνων  των φοιτητών, των εργατών και των μαθητών  που καλεί όλους μας σήμερα να παλαίψουμε για τη δικαίωση των αιτημάτων του Πολυτεχνείου.
Οι εκάστοτε πολιτικές ηγέσίες δε ξεχνούσαν κάθε χρόνο να μας βεβαιώνουν ότι η δημοκρατία και το σύνταγμα έχει στέρεες βάσεις την Ελλάδα και αποκλείεται να απειληθούν από τη φασιστική και στρατοκρατική απειλή. Το ίδιο ωστόσο, αυτό πολιτικό σύστημα αυτοϋπονομεύτηκε, διασάλευσε τα βασικά άρθρα του ελληνικού συντάγματος, τη λαϊκή κυριαρχία και το δικαίωμα στην εργασία και τη ζωή, έκανε πρακτική του αρκετές φορές τον αυταρχισμό, τον ρατσισμό, επέβαλε ως τρόπο άσκησης της εξουσίας το «νόμιμο είναι και ηθικό»,  ξεπούλησε τη δημόσια περιουσία δηλαδή, τον κόπο και την εργασία όλων μας στα ξένα και ντόπια μονοπώλια.  
Το τέλος της ιστορίας, το τέλος δηλαδή των ιδεολογιών όχι μόνο δεν ήρθε ποτέ αλλά σήμερα με τη δεδομένη κρίση, που κατά τα άλλα εξασφαλίζει αμύθητα κέρδη στο μεγάλο κεφάλιο ακυρώνεται ως αντίληψη αυτόματα, καθώς η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων απειλείται άμεσα από αυτό που για τον Μαρξ συνιστούσε καταστροφή ανθρώπινου και υλικού κεφαλαίου, δηλαδή, το κλείσιμο  εργοστασίων, την κατάργηση δημόσιων υπηρεσιών και την απόλυση δημόσιων υπαλλήλων, το  τσεκούρωμα των μισθών,την  κατάργηση της δημόσιας ασφάλισης και σύνταξης, το δικαίωμα στην σταθερή εργασία, τη θυσία στης δημόσιας δωρεάν Παιδείας και Υγείας στο βωμό του επιχειρηματικού κέρδους.
Σήμερα, επομένως,είναι περισσότερο αναγκαίο από ποτέ να παραδειγματιστούμε από το πάθος και τη μαχητικότητα εκείνων των αγωνιστών του Νοέμβρη του 1973 και να αναρωτηθούμε :
Ποιοι επέτρεψαν  σε μια  φασιστική  συμμορία να μιλάει δημόσια σήμερα για «μύθο του Πολυτεχνείου» και να εκφράζεται  ναζιστικά μέσα στη Βουλή;
Ποιοι οδηγούν το λαό μας σε νέες «Γερμανίες και Αυστραλίες» και ειδκά το πιο πολύτιμο κομμάτι του που είναι οι νεοι πτυχιούχοι και επιστήμονες;
Ποιοι σπείρουν τη σύγχυση και τον εθνικισμό στο λαό και  δε διστάζουν να μιλούν δημόσια για κρεμάλες στο σύνταγμα, κάψιμο της Βουλής για την ανάγκη δήθεν αποιδεολογικοποημένων κυβερνήσεων.
Ποιοι ικανοποιούνται, όταν στρέφεται η μια κοινωνική ομάδα ενάντα στην άλλη, όταν το πρόβλημα της δημοκρατίας μας σήμερα προσωποποιείται και ντύνεται με όρους δικαστηρίου ή συνδέεται με τον πατριωτισμό ή όχι κάποιων παραγόντων.
Ποιοι τέλος θέλουν την Ελλάδα «Μαλαισία της Ευρώπης»,  χώρα στρατόπεδων  εργασίας , τους Έλληνες εργάτες-σκλάβους του 21ου αιώνα.

Η απάντηση είναι απλή και ξεκάθαρη :
Όλοι εκείνοι, ντόποιοι και ξένοι παράγοντες που απαρτίζουν το σημερινό σύστημα εξουσίας και θέλουν να σβηστεί από τη συλλογική μνήμη αλλά και από την επίσημη ιστορία η Εθνική Αντίσταση, το  ΕΑΜ , ο Δημοκρατικός Στρατός, οι κοινωνικοί αγώνες του λαού μας , στους οποίους βέβαια, βασική θέση κατέχει και η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973.
Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα σύγχρονα σχολικά βιβλία Ιστορίας, για να δει πόσο υποβαθμισμένη είναι η αφήγηση, όταν αναφέρεται σε αυτά τα θέματα. Ασάφεια, αοριστία ή και σκόπιμη αποσιώπηση συνοδεύουν αυτά τα θεμελιώδη ιστορικά γεγονότα. Ο Πινοσέτ για να επιβάλλει την τυραννική εξουσία του στη Χιλή φρόντισε να απαγορεύσει κοινωνικές εκδηλώσεις, ήθη και έθιμα που προήγαγαν τη συλλογικότητα, συντελούσαν στην συλλογική και ιστορική μνήμη . Αποκόπτωντας ένα λαό από τις ιστορικές ρίζες και την επαναστατική του παράδοση καταφέρνεις να επιβάλεις την ιδεολογία της υποταγής και του συμβιβασμού με τη βαρβαρότητα, αφαιρείς μέρος της συλλογικής έκφρασης, πετυχαινεις σε μια δεύτερη φάση τη συκοφάντηση των σύγχρονων κοινωνικών αγώνων.
Η επέτειος του Πολυτεχνείου υπονομεύτηκε ουσιαστικά από όλες τις κυβερνήσεις, από τα λεγόμενα «κόμματα εξουσίας» , την ευρύτερη αριστερά και το δημοσιογραφικό κατεστημένο, ακόμη και από τη συμβιβασμένη  διανόηση,  πολύ πριν εμφανιστεί η προσβλητική για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου αφίσα. Τρεις είναι οι βασικές συνιστώσες αυτής της αμφισβήτησης:
 «Το πολυτεχνείο δεν ανήκει  σε κόμματα αλλά ήταν η αυθόρμητη εξέγερση των φοιτητών  ενάντια στη Χούντα». Θυμίζει το αντίστοιχο μότο ότι όλοι οι Έλληνες πολέμησαν το ναζισμό. Πόσο άτοπη και ανιστόρητη είναι αυτή η ισοπέδωση μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει. Οι μαζικές αντιστασιακές πράξεις  δεν ξεσπούν με αυθόρμητες ενέργειες λαών αλλά με οργάνωση, ενημέρωση, συχνά με συνομωτική δράση και το Πολυτεχνείο δεν παρεκκλίνει αυτού του κανόνα.
Η άνοδος, του εργατικού κινήματος ήταν, συγκριτικά με τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, σημαντική. Το δυνάμωμα του φοιτητικού κινήματος «πατούσε» πάνω στο λαϊκό παράγοντα, στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Στην ουσία, ήταν άμεσα συνδεδεμένο με αυτό. Η ανάπτυξη των δυνάμεων του ΚΚΕ και της ΚΝΕ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την εξέλιξη.
Επιπλέον, η κρίση του χουντικού καθεστώτος γίνεται όλο και πιο βαθιά και επιταχύνεται από τις αρχές της δεκαετίας του '70 και ιδιαίτερα την περίοδο 1972 - '73. Μια σειρά από διεθνείς και εσωτερικές εξελίξεις εντείνουν την κρίση και την παράλληλη άνοδο της αντιδικτατορικής πάλης.
Για τον καπιταλισμό, εκείνη η περίοδος ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Η οικονομική κρίση (που τότε από τους αστούς οικονομολόγους ονομαζόταν «πετρελαϊκή κρίση») μόλις είχε ξεσπάσει, αγγίζοντας και τη χώρα. Οι σκανδαλώδεις συμβάσεις της χούντας με μονοπώλια γίνονται απροκάλυπτες και γνωστές στο λαό. Παράλληλα, όμως, η αντιαμερικάνικη, αντιιμπεριαλιστική συνείδηση λαού και νεολαίας βαθαίνει ακόμη περισσότερο από τις επεμβάσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα τής, με αμερικάνικη επέμβαση, επιβολής χούντας στη Χιλή, και η ανατροπή της κυβέρνησης της «Λαϊκής Ενότητας» του Σ. Αλιέντε. Η αγανάκτηση του λαού στρέφεται τόσο ενάντια στον ιμπεριαλισμό, όσο και στη χούντα με τον ελλιμενισμό του 6ου Αμερικάνικου Στόλου στο Φάληρο και στην Ελευσίνα. Από την άλλη, θετική επίδραση ασκούσαν στο λαό οι σοσιαλιστικές χώρες, η πάλη του βιετναμέζικου λαού ενάντια στους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές, καθώς και η άνοδος του εργατικού κινήματος των καπιταλιστικών χωρών. Η απομόνωση του χουντικού καθεστώτος διευρυνόταν.
Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, οι δυνάμεις του κεφαλαίου στην Ελλάδα εξετάζουν ενδεχόμενη «ομαλή» διαδοχή σε μια «φιλελεύθερη» διακυβέρνηση, η οποία θα είναι αστικοκοινοβουλευτική μεταμφίεση της χούντας. Κάτω από το βάρος των εξελίξεων και την πίεση του λαϊκού παράγοντα, ξεκινά το πείραμα της «φιλελευθεροποίησης», από το 1972 και εντείνεται το 1973, με το δημοψήφισμα για την κατάργηση της βασιλείας και την κυβέρνηση Μαρκεζίνη, η οποία υποσχέθηκε τη διενέργεια εκλογών το Φλεβάρη του '74.
Το 1973 χαρακτηρίζεται από τη σοβαρή αγωνιστική ανάταση του λαού και της νεολαίας. Το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των αγώνων της εργατικής τάξης, λόγω και της φασιστικής επιβολής, αρχίζει να ξεπερνιέται και με ωριμότητα από τις στοιχειώδεις μορφές τους (διαβήματα, υπομνήματα κ.λπ.) περνάνε σε ανώτερες - μέχρι τις απεργίες. Στην πρώτη γραμμή τίθενται ζητήματα, όπως: Μεροκάματα, ασφαλιστικά ταμεία, ωράριο, συνδικαλιστικές ελευθερίες, δικαίωμα της απεργίας. Μία μετά την άλλη οι ομοσπονδίες, ένας μετά τον άλλο οι κλάδοι των εργαζομένων καταγγέλλουν τις συμβάσεις εργασίας και ζητούν αυξήσεις των αποδοχών τους κατά 40% - 50%. Ως αποτέλεσμα όλων των προηγούμενων αγώνων, το 1973, σημειώνονται οι απεργίες αλιεργατών Καβάλας, τυπογράφων Αθήνας, τεχνικών «Ολυμπιακής», δημοσιογράφων πρωινών εφημερίδων Αθήνας, εργαζομένων της ΔΕΗ, κινηματογραφιστών Αθήνας. Την ίδια χρονιά, αναπτύσσονται και οι πρώτες εκδηλώσεις των αγροτών, διοργανώνοντας μεγάλα συλλαλητήρια, όπως στα Καλύβια Τρικάλων, στα Μέγαρα, στα Σπάτα, στο Μενίδι, στο Σκαραμαγκά. Αρνούνται την παράδοση ή πώληση των προϊόντων τους, μέτρο που επεκτάθηκε σε όλη τη χώρα.
Δυναμώνουν και οι διεκδικήσεις με καθαρά πολιτικό χαρακτήρα. Τέτοιες μέρες δράσης είναι η 28η Οκτώβρη 1972, η επέτειος του πραξικοπήματος (21η Απρίλη 1973), η Πρωτομαγιά του '73, η νυχτερινή διαδήλωση μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη. Ακόμη και στις Ενοπλες Δυνάμεις, υπάρχουν παραδείγματα αντιδικτατορικών εκδηλώσεων, με την εγκατάλειψη ΝΑΤΟικής άσκησης στην Αδριατική από το αντιτορπιλικό «ΒΕΛΟΣ[1]».

Μια άλλη γνωστή άποψη σε τηλεσυζητήσεις είναι και το ότι «Το Πολυτεχνείο είχε ως κύριο αίτημα την ανατροπή της Χούντας και την ελευθερία». Εσκεμμένη παρασιώπηση και σ’ αυτή την περίπτωση της συνθηματολογίας των εξεγερμένων φοιτητών. Ευτυχώς υπάρχει το κινηματογραφικό και φωτογραφικό υλικό και μπορούμε να δούμε πανό με συνθήματα όπως «λαϊκή εξουσία» «Έξω οι ΗΠΑ», «Ψωμί Παιδεία, Ελευθερία», και άλλα πολλά αναγραφόμενα, που πιστοποιούν το στοιχείο ότι η ελευθερία δεν ήταν το μόνο ζητούμενο των εξεγερμένων, αλλά μια πολιτεία δημοκρατική, ανεξάρτητη από ξένες επεμβάσεις και δίκαιη προς τους πολίτες της.

Ευθεία αμφισβήσηση της σημασίας της εξέγερσης του Πολυτεχνείου συιστά και η άποψη ότι «η γενιά του Πολυτεχνείου τελικά ξεπουλήθηκε για τον υπουργικό θώκο και αναίρεσε τις απόψεις της ενσωματωμένη στο σύστημα που η ίδια πολέμησε». Άλλη μια σκόπιμη ισοπέδωση, αφού ξεχνά το γεγονός ότι πολλοί  από τους εξεγερμένους πέρασαν στην αφάνεια, αφού χτυπήθηκαν και βασανίστηκαν άγρια από τον κατασταλτικό μηχανισμό της Χούντας. Υπήρξαν βέβαια και εκείνοι που υπηρέτησαν το κατεστημένο,  όμως, η προσωπική εκμετάλλευση της αντιδικτατορικής δράσης για πολιτικά ωφέλη , το κρίμα και η ασυνέπεια στιγματίζει τους ίδιους ως άτομα και δεν έχει καμία σχέση με τον αγώνα του Πολυτεχνείου.  Άλλωστε το Πολυτεχνείο δεν μπορεί να προσωποποιηθεί, αυτό θα ήταν μια μονομερής και απλουστευτική ερμηνεία, είναι σαν να λες ότι η επανάσταση του 21 ταυτίζεται με τη δράση του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη.
 Εχει σημασία να σημειώσουμε ότι οι υπεραπλουστεύσεις περί γενιάς που «χάθηκε», που «πρόδωσε» ή που «φταίει» δεν έχουν βάση. Γιατί πολύ απλά, η λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» (όπως και κάθε άλλη, εξάλλου) δεν είναι ενιαία, δεν έχει ενιαία πολιτικά χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι μια γενιά σημαδεύτηκε από έναν ξεσηκωμό του λαού και της νεολαίας και βαφτίστηκε από αυτόν, δε σημαίνει ότι αποκτά ενιαία πολιτική ταυτότητα! Πόσο μάλλον που ούτε καν τότε, την περίοδο του αντιδικτατορικού αγώνα και της κορύφωσής του, δεν είχε ως «γενιά» μία κοινή πολιτική κατεύθυνση και στόχους, αλλά στους κόλπους αυτού του αγώνα αναπτύσσονταν έντονη ιδεολογική και πολιτική διαπάλη. Συνήθως, μιλούν για «γενιά του Πολυτεχνείου» και η σκέψη κάνει συνειρμούς με συγκεκριμένα γνωστά πρόσωπα που είχαν συμμετοχή στον αντιδικτατορικό αγώνα, την οποία «εξαργύρωσαν» ποικιλοτρόπως, ως έδειξε η μετέπειτα «πολιτική καριέρα τους». Είναι προφανές ότι αυτό δεν χαρακτηρίζει μια ολόκληρη γενιά.
Αρα, οι αναλύσεις περί της «γενιάς του Πολυτεχνείου» που έδρεψε τους καρπούς της δεκαετίας του '80 και αυτή ευθύνεται για τη σημερινή κρίση, είναι απλουστεύσεις που θίγουν βάναυσα χιλιάδες αγωνιστές εκείνης της περιόδου, ενώ δημιουργούν ενοχές στο σύνολο του λαού μας για τις κατακτήσεις που είχε το κίνημα πριν τρεις δεκαετίες (κάτω και από έναν ευνοϊκότερο παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης).

Κάποτε λέγαμε ότι οι νέοι των δεκαετιών του 80 και του 90  δεν είχαν οράματατα. Θα συμπληρώσω ότι δεν είχαν οράματα γιατί το κατεστημένο έκανε και συνεχίζει να κάνει το παν για να συκοφαντίσει τα «μεγαλα μαζικά όχι» της ελληνικής ιστορίας, καταβαραθρώνει τα θετικά πρότυπα των αγωνιστών , τα υποβαθμίζει , όπως πριν λίγα χρόνα, όταν κάποιος υπουργός Παιδείας  έστειλε εγκύκλιο στα σχολεία να γίνει μάθημα την ημέρα της 17ης Νοέμβρη και να αφιερρωθούν μόνο οι δύο τελευταίες ώρες για να εορταστεί η μνήμη του Πολυτεχνείου. Δεν λείπουν, επίσης, οι τηλεοπτικές συζητήσεις όπου άνθρωποι που στάθηκαν απέναντι στους φοιτητές, πολιτικές δυνάμεις που  συμβιβάστηκαν με τη δικτατορία   ανατέμνουν τον αγώνα των φοιτητών τότε και τώρα ή εκθειάζουν δήθεν τη θυσία του 1973 και κατακεραυνώνουν τους τωρινούς φοιτητές που αγωνίζονται κόντρα στην υποβάθμινση τωνν σπουδών τους.
 Εμείς φωνάζουμε  από το γνωστό τραγούδι του Διονύση  Τσακνή το στίχο  « Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε»,    θα συνεχίσουμε στο δρόμο που χάραξαν τα παιδιά του Πολυτεχνείου στο δρόμο της ανατροπής και της ανυπακοής σε αυτούς που κλέβουν το ψωμί από το τραπέζι , που ονειρεύονται νέες δικτατορίες  για να επιβάλουν ξανά τη σάπια ηθική τους , σε αυτούς που θέλουν τους νέους μαστουρωμένους και χουλιγκάνους, που εισάγουν ως μορφή πάλης τα κάθε είδους αποπολιτικοποιημένα κινήματα της πλατείας , τους  τηλεπροφήτες και τους πολιτικούς τσαρλατάνους , τα απότοκα του πολιτικού συστήματος ακόμη και το ίδιο το φασιστικό φαινόμενο το οποίο χρησιμοποίησαν , για να συκοφαντήσουν και να υπονομεύσουν  τη συλλογικότητα αλλά και την ανάγκη να προταθεί για τους νέους αγώνες μια  ξεκάθαρη ιδεολογική ταυτότητα, όπως είναι αυτή που  πρέσβευεται τόσα χρόνια τώρα με συνέπεια από το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ.




 .


[1] Ριζοσπάστης , Κυριακή 11 Νοέμβρη 2012

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012


Η ανησυχητική διείσδυση του νεοφασισμού[1]  στην ελληνική κοινωνία  ,ως αποτέλεσμα  της έλλειψης ιστορικής παιδείας

  1. Ένα «λουλούδι» που άνθισε στον κήπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)

Πολλοί όπως ο γράφων δεν ανέμεναν τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές  για να καταλάβουν ότι το νεοφασιστικό φαινόμενο είχε ήδη μπολιαστεί σε τμήμα της νεολαίας και καλλιεργηθεί συστηματικά στην ελληνική κοινωνία των τελευταίων είκοσι ετών. Τα μηνύματα είχαν αρχίσει να έρχονται ήδη από το 1991 ανησυχτικά από άλλες  χώρες της ΕΕ ή και πρώην σοσιαλιστικές χώρες υπό την κηδεμονία της ΕΕ, όπως η Εσθονία , η Λιθουανία ή η Πολωνία όπου ο χιτλερισμός άκριτα και ανιστόρητα με προφανείς πολιτικές σκοπιμότητές εξισωνόταν με τον Κομουνισμό και πολλές πτυχές της αντίστασης των λαών κατά του ναζισμού αλλοιώνονταν και νοθεύονταν με αποτέλεσμα  ο σύγχρονος φασισμός και οι πολιτικοί ταγοί του να εξαγνίζονται από το τυχόν ένοχο παρελθόν τους και να εμφανίζονται  ως ένα άλλο είδος ριζοσπαστισμού «στολισμένο» πάντα  με τις απαραίτητες πατριωτικές και φιλολολαΐκές  κορώνες.

Πολλά έχουν γραφεί για τα αίτια αυτής της φασιστικής στροφής. Η πολιτική της ΕΕ και η συμβολή της στην καταστροφή του κράτους πρόνοιας, η διογκούμενη ανεργία, η συκοφάντηση του κομμουνισμού, η συντήρηση του λεγόμενου   «ήπιου φασισμού» από τα ΜΜΕ, η ταύτηση κάθε γνήσιας πατριωτικής και φιλολαϊκής υπεράσπισης του εθνικού κράτους πρόνοιας με το σωβινισμό και τον εθνικισμό, η δαιμονοποίηση εθνικών ομάδων και κρατών  και φυσικά  οι μετανάστες ως ο εύκολος ένοχος για τις ανεπάρκειες του κρατικού συστήματος υγείας και δικαιοσύνης . Άλλοτε πάλι, ο νεοφασισμός αποτελούσε ένα βολικό σκιάχτρο, ένα βολικό αντιδραστικό πόλο απέναντι σε  κεντροδεξίες ή κεντροαριστερές κυβερνήσεις που εμφανίζονταν ως οι  υπερασπιστες της δυτικής δημοκρατίας .

 Το παρόν άρθρο δεν θα ασχοληθεί με τα αίτια που προαναφέρθηκαν αλλά θα εστιάσει στην προσπάθεια των ελληνικών κυβερνήσεων τα τελευταία 38 χρόνια  να δημιουργήσουν ένα σχολείο της ιστορικής αμάθειας , της μερικής γνώσης , το σχολείο των εξετάσεων και του κονωνικού φραγμού που απαιτεί μόνο την αποστήθιση συγκεκριμένων γνωστικών τομέων  και ενοτήτων  , ενώ αδιαφορεί επιδεικτικά για άλλους σημαντικούς τομείς όπως την ιστορική μόρφωση[2] και την ανάγκη καλλιέργιας πολιτικής και ιστορικής κρίσης.






  1. Η ψήφος στο Φασισμό , βλαστάρι του ιστορικού αναλφαβητισμού


   Ο φασισμός ή  ναζισμός  στη γερμανική του παραλλαγή ως πολιτική οργάνωση, καταγεγραμμένη ιδεολογία, κοσμοθεωρία και πρακτική δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Γεννήθηκε στο Μεσοπόλεμο και παρέδωσε τον κόσμο στο πνευματικό έρεβος, τον  χειρότερο πόλεμο που γνώρισε η ανθρωπότητα (50 εκατομμύρια νεκροί) , το ρατσιστικό μίσος και την καταστροφή. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί από τους σημερινούς πολιτικούς εκφραστές  τέτοιων ιδεολογιών αποφεύγουν να καταδικάσουν το ναζιζιστικό φαινόμενο αλλά φτάνουν  να υιοθετούν σύμβολα και ιδέες του. Η στοιχειώδης έστω αντικειμενική γνώση βασικών σημείων και γεγονότων  του β ' παγκοσμίου πολέμου θα αρκούσε για να εξωβελιστεί από τη σφαίρα της πολιτικής και της  νομιμότητας  το νεοναζιστικό ή νεοφασιστικό φαινόμενο.
   Και αν προσπαθούσαμε να ανοίξουμε διάλογο με τις νεοφασιστικές ιδέες τι θα μπορούσε να προσφέρει στο μεταναστευτικό πρόβλημα  το «πογκρομ», το μίσος προς τον φτωχό μετανάστη, οι πράξεις βίας , η καταπίεση, ο χουλιγκανισμός μεταξύ κοινωνικών ομάδων. Και όμως κάποιοι ακόμη και σήμερα πιστεύουν ότι  αυτές οι πράξεις θα φέρουν "νόμο και τάξη". Τόσο έυκολα ξέχασε η ανθρωπότητα τα κηρύγματα μίσους των Χίτλερ, Μουσολίνι, Φράνκο, τα στρατόπερα συγκεντρώσεως , την κτηνοδία των κατακτητών σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. Άραγε τα διδάσκονται αυτά οι μαθητές της Γ΄Λυκείου και με ποιο τρόπο;
    Το φασιστικό φαινόμενο υποστηρίχτηκε και εγκαθιδρύθηκε στην εξουσία από  το οικονομικό και πολιτικό κατεστημέμενο του μεσοπολέμου. Δεν έθιξε ούτε ήρθε σε ρίξη με τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές δομές. Πολέμησε με πάθος κυρίως  τις κομμουνιστικές ιδέες και έθεσε ως πρώτο στόχο την αποτροπή επέκτασης  της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Προσέφερε μυστικιστικές και ανορθολογικές λύσεις στα τότε κοινωνικά προβλήματα.  Νοσταλγία  για το αρχαίο μεγαλείο, θεοποίηση του ηγέτη. Σε τι διαφέρει άραγε η σημερινή φασιστική ιδεολογία ;  Αρκεί να διαβάσει κανείς σύγχρονα φασιστικά έντυπα και θα καταλάβει ότι αποτελούν αναβίωση των ίδιων εκείνων παρωχημένων και αντιδραστικών απόψεων.
    Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας πέρα από την εφιαλτική δοκιμασία της  Κατοχής, την καταστροφή και τη λεηλασία από τους κατακτητές, δεν έχουν περάσει ούτε πενήντα χρόνια από την επιβολή μιας στυγνής δικτατορίας που ενστερνίστηκε απόλυτα και χυδαία  τη φασιστική ιδεολογία , επέβαλε λογοκρισία, βασάνισε, εξόρισε, εκτέλεσε πολίτες για τα πολιτικά τους φρονήματα. Οι  έλληνες δικτάτορες του 1967  υποστήριζαν ότι ήρθαν  για να σώσουν   από την τότε κρίση. Τι κατάφεραν στο τέλος ; Ποια Ελλάδα παρέδωσαν   το 1974;
    Μια περιεκτική    διδασκαλία των βασικών σημείων  του κυπριακού προβλήματος και της προδοτικής στάσης των δικτατόρων το καλοκαίρι του 1974 θα αρκούσε για να καταλάβουμε τι κρύβεται πίσω από τα "αρχαία στολίδια" που φορούν κάποιοι ακόμη και σήμερα.

Η ιστορία παρότι διδάσκεται ως μάθημα σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. προσφέρεται στους μαθητές ως νεκρή , ξένη προς την πραγματικότητα γνώση, υποταγμένη στα κελεύσματα της σύγχρονης μιντιακής πραγματικότητας και των πανελλαδικών εξετάσεων.



[1] Ο νεοφασισμός στο παρόν άρθρο δεν συνδέεται μόνο με συγκεκριμένα κόμματα αλλά και με ιδεολογικές εκφάνσεις, ρητορική  και συμπεριφορές που συναντώνται σε διάφορες πολιτικές παρατάξεις , στο δημόσιο λόγο πολιτικών και δημοσιογράφων, διανοουμένων αλλά και απλών ανθρώπων.
[2] Σε πρόσφατη έρευνα σημειώνεται μεγάλη έλλειψη στις ιστορικές γνώσεις σχετικά με την νεότερη ελληνική ιστορία. Βλ  Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΑΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, Δύο στους τρεις μαθητές αγνοούν την Ιστορία της αντίστασης και του Πολυτεχνείου ΄73, http://katsikas.8k.com/articles/artro9.html ,Μαυροσκούφης Κ  Δ, Η σχολική Ιστορία στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, [1975-1995]. Η μεταπολεμική εκδοχή του σισύφειου μύθου, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1987,σ. 17.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Ποιος είναι ο σκοπός της τωρινής πολιτικής ;



Η ληστρική εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών  πόρων της χώρας .

Πώς θα την επιτύχουν κυβερνώντες και Τρόικα ;

·         Με τις αποκρατικοποιήσεις , την πώληση δηλαδή αντί πινακίου φακής των μεγάλων και κρίσιμων δημόσιων οργανισμών

·         Με την περαιτέρω μείωση των δημόσιων εσόδων  (δημόσιες δαπάνες υγείας, παιδείας)

·         Τη χαριστική φορολογική πολιτική προς το μεγάλο κεφάλαιο

·         Τη διαρκώς εντεινόμενη φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού

·         Τη μείωση των μισθών και συντάξεων (ότι μείνει) σε επίπεδα Άπω Ανατολής

·         Την πνευματική , ηθική και εθνοτική (σε επίπεδο εθνικού πολιτισμού) απογύμνωση από παραδοσιακές αξίες , ήθη και έθιμα του λαού μας , ιστορικές παρακαταθήκες  που  δυσκολεύουν το έργο της οικονομικής και αξιακής υποδούλωσης της ελληνικής κοινωνίας.


Ποιος είναι ο ρόλος των επιχειρηματικών και κρατικών ΜΜΕ σε αυτό το σχέδιο ;

  •    Προβάλλουν διαρκώς την αναγκαιότητα των ιδιωτικοποιήσεων και της πώλησης της δημόσιας περιουσίας

·         Μιλάνε για φοροδιαφυγή αγνοώντας την φορολογική ανοχή του κράτους στα εξωφρενικά κέρδη των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων

·         Ενοχοποιούν τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων

·         Μιλούν για μείωση του δημόσιου τομέα και των δημόσιων υπαλλήλων κάτι που θα σήμαινε περαιτέρω υποβάθμιση του εναπομείναντος κράτους πρόνοιας και δικαίου. Η υποβάθμιση αυτή θα οδηγήσει σαν ώριμο φρούτο τη δημόσια υγεία , ασφάλεια, παιδεία σε ιδιωτικοποίηση.

·         Αποχαυνώνουν τις λαϊκές μάζες με ευτελή εισαγόμενα σήριαλ, κιτς προγράμματα τηλεκουτσομπολιού,  στημένες τηλε-συζητήσεις με «μαϊντανούς» και  οικονομολόγους της νεοφιλελεύθερης  αντίληψης,

·         Ενοχοποιούν για την αυξανόμενη εγκληματικότητα όχι την αθλιότητα και τη φτώχεια  αλλά  τον «ξένο» και  τον ασιάτη μετανάστη του υποβαθμισμένου από χρόνια αστικού ιστού της Αθήνας