Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Διονύσης Σαββόπουλος, Η παράγκα

Όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα ….

Ο στίχος αυτός είναι από ένα παλιό τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου , ένα τραγούδι αληθινής πατριδογνωσίας, όχι της πατρίδας που μας προβάλλουν στις εθνικές εορτές, τις παρελάσεις ή της πατρίδας που κακοποιούν καθημερινά οι ελληνικές κυβερνήσεις. Είναι η πατρίδα ενός καλλιτέχνη που βίωνε τα μεγάλα καθημερινά προβλήματα , το κυνήγι του λαχείου, το μεροκάματο στην μετανάστευση . Σαν να μην άλλαξε τίποτα από τη δεκαετία του ’70. Σαράντα χρόνια μετά η Ελλάδα με το έρημο εμπορικό κέντρο, τα συσσίτια για τους άστεγους και τους φτωχούς, το κράτος παιδείας και πρόνοιας που κατεδαφίζεται και ο Έλληνας που συνεχίζει την καθημερινή του Οδύσσεια μέσα στην ίδια του τη χώρα.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Το πλέον επικίνδυνο και αδηφάγο ον στο σύμπαν (έως εκεί που γνωρίζουμε ) είναι ο άνθρωπος

Και ενώ ακόμη δεν έχουν στερέψει τα δάκρυα εκείνων που έχασαν τους δικούς τους στο μέγα- σεισμό της Ιαπωνίας, ενώ η ραδιενέργεια ποτίζει το νερό και το χώμα εκατομμυρίων ανθρώπων ως αποτέλεσμα του παμφάγου καταναλωτισμού και καιροσκοπισμού, ενώ ακόμη και σήμερα χάνονται ζωές, το άνθος της αμερικάνικης νεολαίας σε έναν κλεφτοπόλεμο χωρίς τέλος στο Ιράκ, ικρά παιδιά πυροβολολούνται την Παλαιστίνη και το Αφγανιστάν και οι στρατιές των προσφύγων προχωρούν βουβές προς τους «δυτικούς παράδεισους», τα δυτικά γεράκια αποφασίζουν με περισσό κυνισμό να βομβαρδίσουν άλλη μια χώρα χωρίς προφανή πρόκληση ή χωρίς πάντως η ίδια να θέλησε να αναμετρηθεί με τις δυτικές υπερδυνάμεις.
Το τέρας του πολέμου και του ιμπεριαλισμού δεν υπακούει σε τίποτε άλλο παρά στο κάλεσμα του κέρδους. Καμία ηθική αξία και καμία δημοκρατική νομιμότητα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την πολιτική αυτών των κρατών που συνέτρεξαν στη βάρβαρη αυτή επίθεση. Όλοι αυτοί υπακούουν στα χρηματιστήρια, τις πετρελαιοεταιρείες και τη δίψα για πλουτισμό. Η ύβρις που διαπράττουν καθημερινά αυτά τα ανθρωπόμορφα τέρατα θα φέρει κατά τους φυσικούς νόμους ολέθριες καταστροφές στην ανθρωπότητα , όχι από τον Καντάφι ή κάποιον άλλο «ανυπάκουο» ηγέτη. Οι ίδιοι αυτοί θα σκάψουν το λάκκο του ανθρώπου, ρυπαίνοντας και καταστρέφοντας με τον πόλεμο κάθε σπιθαμή γης εκτός του βιομηχανικού βορά.
Πρώτα από όλα, οι πρόσφυγες πηγαίνοντας κατά εκατομμύρια προς τη δύση θα δημιουργήσουν ασφυκτικές συνθήκες διαβίωσης για τον οποιοδήποτε προκαλώντας χαοτικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις, που θα επιφέρουν είτε νέους αυταρχισμούς είτε ριζική αναδόμηση των κυρίαρχων κρατών.
Έπειτα, η συνεχής επίκληση του πολέμου θα διαλύσει ουσιαστικά τον ΟΗΕ και θα οδηγήσει σε νέα συστήματα ασφαλείας με ηγεμονικές και αυταρχικές εξουσίες. Η δημοκρατικές δυνάμεις μπόρεσαν στο παρελθόν και ανταπεξήλθαν μ ε έναν Χίτλερ και έναν Μουσολίνι, με πέντε όμως;
Η μόλυνση του εδάφους και του νερού με τα χημικά όπλα και το ουράνιο που φέρουν οι αντιαρματικοί πύραυλοι, όσο και η γενικότερη πολιτική των δυτικών χωρών να αξιοποιούν την πυρηνική ενέργεια και το πετρέλαιο ή το λιγνίτη θα προκαλέσει σταδιακά ακόμη μεγαλύτερο οικολογικό πρόβλημα, που θα δημιουργήσει μελλοντικά άμεσους κινδύνους γι α την ανθρώπινη υγεία.
Αν σκεφτεί κανείς ότι οι συνεχείς πόλεμοι απαιτούν ολοένα μεγαλύτερη ενέργεια μπορεί εύκολα να καταλάβει ότι οι πόλεμοι αυτοί από μόνοι τους μπορούν σε λίγες δεκαετίες να προκαλέσουν τεράστια ενεργειακή κρίση.
Το πιο επικίνδυνο όμως σημείο είναι το ότι ο πόλεμος στους δυτικούς πολιτισμούς έχει γίνει πια μέρος της κουλτούρας τους. Η πλύση εγκεφάλου από τα ΜΜΕ όσο και ο «βομβαρδισμός» από τον πολιτισμό της βίας που παράγουν έχει μετατρέψει την κοινή γνώμη σε παθητικό υποστηριχτή των νατοϊκών επιθέσεων. Μόνο όταν ο πόλεμος και η βία χτυπήσει την πόρτα τους ξεσηκώνονται αλλά και πάλι είναι απλά έτοιμοι για νέες σταυροφορίες. Λείπει επομένως μια κουλτούρα της ειρήνης και ένας αναστοχασμός που θα συγκλονίσει καίρια αυτές τις δουλοπρεπείς στον ιμπεριαλισμό κυβερνήσεις.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Ένα τραγούδι για τη μοναξιά της εφηβείας

Το τραγούδι "Subdivisions" (δίσκος Signals του 1982) του συγκροτήματος Rush μιλά για τη μοναξιά των νέων στα υποβαθμισμένα προάστια των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

'"Προάστια"

Απλωμένα στο περιθώριο της πόλης
Με γεωμετρική διάταξη
Ένα μονωμένο σύνορο
Ενδιάμεσα τα λαμπερά φώτα
Και μακριά το πολύ σκοτεινό άγνωστο

Μεγαλώνοντας φαίνονται όλα τόσο μονόπλευρα
Οι γνώμες παρέχονται
Το μέλλον προαποφασισμένο
Αποσπώμενος και υποδιαιρούμενος
Στη ζώνη μαζικής παραγωγής
Πουθενά δεν είναι ο ονειροπόλος ή ο απροσάρμοστος τόσο μόνος

(προάστια)
Στις αίθουσες του Γυμνασίου
Σε εμπορικά κέντρα
Συμμορφώσου ή αποβάλλεσαι
(προάστια)
Στο υπόγειο μπαρ
Στο πίσω κάθισμα των αυτοκινήτων
Να είσαι cool ή αποβάλλεσαι
Κάθε απόδραση μπορεί να σε βοηθήσει να εξομαλυνθεί η σκληρή αλήθεια
Αλλά τα προάστια δεν έχουν καμία γοητεία για να απαλύνει τα ανήσυχα όνειρα της νιότης

Βαλμένοι σαν σκώροι που παραδέρνουν στην πόλη
Η διαχρονική παλιά έλξη
ψάχνεις για ταίρι για τη δράση
Φωτίστηκες σαν πυγολαμπίδα
Ακριβώς για να αισθανθείς τη ζωντανή νύχτα

Μερικοί θα πωλήσουν τα όνειρά τους για μικρές επιθυμίες
Είτε θα χάσουν το ατέρμονο κυνήγι
Πιασμένοι σε ωρολογιακές παγίδες
Και αρχίζουν να ονειρεύονται για κάτι
Για να χαλαρώσουν στο περιπετειώδες ταξίδι τους
Κάπου έξω από μια μνήμη με φωτεινούς δρόμους και ήσυχες νύχτες

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Ο Πατριωτισμός δεν είναι Σωβινισμός

Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα σε μεγάλο ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι συζήτηση για το μάθημα της Ιστορίας. Οι συζητητές , καθηγητές πανεπιστημίου και εκπρόσωπος της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας συμφώνησαν ότι το μάθημα της Ιστορίας θα πρέπει να διατηρηθεί ως υποχρεωτικό και βασικό στην εκπαίδευση κυρίως, για να προσφέρει ηθική συνείδηση και δευτερευόντως εθνική και πατριωτική. Ως στόχο του μαθήματος έθεσαν ανάμεσα σε άλλα μισόλογα την «Αγωγή του Πολίτη», να ξεπεράσουμε δηλαδή, την σύγχρονη κρίση , μιμούμενοι την αυτοθυσία και τη γενναιότητα των προγόνων μας, για να υπομείνουμε τα όσα μας επιβάλλονται. Δεν πίστεψα στα αυτιά μου όταν άκουσα πασίγνωστο πανεπιστημιακό , αρθρογράφο και συγγραφέα να θεωρεί ότι η ιστορία δεν θα πρέπει να μιλά για πατριωτισμό, αλλά να διαμορφώνει κυρίως ηθική συνείδηση. Και δεν κατάλαβα γιατί δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει ο συγκεκριμένος γηραιός κύριος το σωβινισμό από τον πατριωτισμό. Χωρίς να ανατρέξω σε λεξικά και αναλύσεις θα προσπαθήσω να δώσω τον όρο του πατριωτισμού όπως τον γνώρισα μέσα από την ελληνική και την παγκόσμια ιστορία.
Σε αντίθεση λοιπόν με τον σωβινισμό που θέλει τον πολίτη φανατικό θιασώτη του μύθου της εθνικής ανωτερότητας, μισαλλόδοξο και στείρο προγονολάτρη, ο πατριωτισμός είναι ένα από τα στοιχεία που απαρτίζουν την προσωπική ταυτότητα του καθενός μας. Ο πατριωτισμός βέβαια, τις περισσότερες φορές συνδέεται με την έννοια το έθνους, όπως τη γνωρίσαμε τους τελευταίους δύο αιώνες . Το έθνος όμως, ορίστηκε με διαφορετικό περιεχόμενο σε διάφορες χώρες και σε διάφορες εποχές, είτε ως θρησκευτική, γλωσσική, ή πολιτική κοινότητα.
Το «έθνος» σήμερα έχει κοινά αλλά και διαφορές με το «έθνος» που διακήρυξαν η επανάσταση του 1821 και το σύνταγμα του 1975. Η μετανάστευση, η συνύπαρξη στην ίδια χώρα με ανθρώπους άλλων πολιτισμών , η ένταξη σε υπερεθνικούς οργανισμούς, στην ΕΟΚ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διαμορφώσει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στη σύγχρονη έννοια του «έθνους».
Παρόλα αυτά, ο πατριωτισμός σε κάθε εποχή συνδεόταν με την ανιδιοτελή διακήρυξη αλληλεγγύης μέσα στα όρια της κοινότητας στην οποία ο άνθρωπος αναγνώριζε κοινά στοιχεία ταυτότητας, γλώσσας, κοινές ανάγκες, βιώματα και πολιτισμό. Ο πατριωτισμός επομένως, ενώνει δεν χωρίζει όπως ο σωβινισμός. Σε κρίσιμες καμπές της παγκόσμιας ιστορίας άνθρωποι με λιγοστά εφόδια αλλά με αλληλεγγύη, αυτοθυσία και ψυχική ενότητα μπόρεσαν να καταβάλουν υπέρτερους «Γολιάθ», την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποικιοκρατικά καθεστώτα ακόμη και τη Χιτλερική Γερμανία. Ο πατριωτισμός είναι επομένως, η αγάπη και η πίστη στον αγώνα για μια «πατρίδα» που αποτελεί προέκταση της οικογένειας και της τοπικής κοινότητας και καλύπτει στοιχειώδεις ανάγκες του ατόμου αλλά και προσφέρει ποιότητα ζωής.
Πολλούς και κυρίως τους σημερινούς πολιτικούς ιθύνοντες συμφέρει η ταύτιση του πατριωτισμού με τον σωβινισμό και η διάσπαση του κοινωνικού ιστού σε άτομα, συμφέροντα, εθνικές μειονότητες και πλειονότητες, μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, κινήματα πολιτών. Σίγουρα, όλοι αυτοί μπορεί να συνευρεθούν απέναντι σε κάποιες βασικές κοινωνικές ανάγκες. Σε πολλές περιπτώσεις όμως, εκλείπουν βασικά στοιχεία της πολιτικής δράσης, ενώ υποβόσκουν οι ιδεολογίες της φιλανθρωπίας και της δήθεν «ακομμάτιστης στάσης» που τις περισσότερες φορές υπονοούν άμεση εξάρτηση από τα κέντρα εξουσίας.
Ένα από θετικά που έφερε η σύγχρονη καπιταλιστική βαρβαρότητα που βιώνουμε είναι τα κινήματα αντίστασης που προτείνουν συγκεκριμένους συλλογικούς τρόπους πολιτικής δράσης και ξεκινούν από την ανάγκη να αποκατασταθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αλλά και η υποβαθμισμένη ποιότητα της ζωής. Τα χαρακτηρίζω «θετικά» , γιατί φέρουν μέσα τους το σπόρο του αγνού πατριωτισμού. Στο μέλλον μπορούν να γίνουν ακόμη πιο μαζικά, κάτι που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε βαθιές τομές στην πολιτική και οικονομική οργάνωση του τόπου μας.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Η απαξίωση του μαθήματος της Ιστορίας και η κατ' ουσία κατάργησή του στο Λύκειο

Τα τελευταία χρόνια, εμφανίζεται αισθητή μείωση στην ποιότητα αλλά και την ποσότητα της ιστορικής γνώσης που αποκτούν οι μαθητές το δημόσιο Γυμνάσιο και Λύκειο, κάτι που όπως φαίνεται, αποτελεί συνειδητή εκπαιδευτική επιλογή στο πολιτικό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η Ιστορία ως μάθημα υποβαθμίστηκε καθώς είτε εντάχτηκε σε ευρύτερα γνωστικά αντικείμενα, όπως για παράδειγμα, οι «Ανθρωπιστικές Σπουδές» (Humanities) στην Αγγλία, είτε διδάχτηκε με σκοπό οι μαθητές να κατανοήσουν καλύτερα την ιστορική πορεία κυρίως σύγχρονων κοινωνικών φαινόμενων, όπως της μετανάστευσης, της ευρωπαϊκής ένωσης, του τραπεζικού συστήματος ή του κοινοβουλευτισμού . Η εθνική Ιστορία, επίσης, τείνει να εγκαταλειφθεί ή να διδαχθεί επιλεκτικά, με σκοπό οι μαθητές να περιοριστούν σε ορισμένα μόνο «σπουδαία» γεγονότα ή προσωπικότητες πάντα στο πνεύμα της ευρωπαϊκής συνεργασίας, όπως αυτή συστήνεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε).
Στην Ελλάδα, ειδικότερα, τα τελευταία χρόνια η υποβάθμιση της ιστορικής παιδείας στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος πήρε τα εξής χαρακτηριστικά :
• Η έλλειψη κατάλληλης και διαρκούς επιμόρφωσης έχει απομακρύνει τους εκπαιδευτικούς από τις σύγχρονες εξελίξεις στον τομέα της ιστοριογραφίας και της διδακτικής με αποτέλεσμα, συχνά, να μην νιώθουν έτοιμοι να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του μαθήματος.
• Τα σχολικά βιβλία Ιστορίας είναι τις περισσότερες φορές ακατάλληλα για διδασκαλία και δυσνόητα .
• Η διδακτέα ύλη στα αναλυτικά προγράμματα είναι υπέρογκη, ενώ εξοβελίζονται σημαντικές περίοδοι της ελληνικής ιστορίας.
• Η εκάστοτε πολιτική ηγεσία θεωρεί σκόπιμο να αποσιωπήσει ή να διαστρεβλώσει σημαντικά ιστορικά γεγονότα ανάλογα με τις ιδεολογικές της καταβολές. Η αλλοιωμένη αυτή ιστορική γνώση έρχεται συχνά σε σύγκρουση όχι μόνο με τα επιστημονικά δεδομένα αλλά και με τη συλλογική συνείδηση, τις οικογενειακές αλλά και τοπικές μνήμες.
• Τα τελευταία χρόνια με το πρόσχημα ότι η Ιστορία μπορεί δήθεν να αναβιώσει παλιές έχθρες και πάθη, επιχειρείται η αφαίρεση σημαντικών περιόδων κυρίως της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Σε επίπεδο γλωσσικής διατύπωσης επιλέγεται, επίσης, μια ηπιότερη έκφραση, κάτι που ωστόσο δεν απομακρύνει τον κίνδυνο αστοχιών , όπως τον περίφημο πλέον «συνωστισμό της Σμύρνης ».
• Το μάθημα εξετάζεται στο Λύκειο ως αντικείμενο Γενικής Παιδείας είτε ανήκει στα επιλεγόμενα. Η φροντιστηριοποίηση του Λυκείου και η υποταγή του στις απαιτήσεις των πανελλαδικών εξετάσεων μετατρέπουν το μάθημα σε αγγαρεία και εμποδίζουν κάθε προσπάθεια για καλλιέργεια της ιστορικής σκέψης.
• Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί , όπως οι πανελλαδικές εξετάσεις προάγουν είτε την αποστήθιση είτε την επιφανειακή πληροφόρηση και φυσικά, πάντα, τη συμμόρφωση με τις θέσεις του σχολικού βιβλίου.
Η υποβάθμιση αυτή συνοδευόμενη από άρθρα στον Tύπο , τα οποία ουσιαστικά συνηγορούσαν στην κατάργηση του μαθήματος οδήγησε στην περιθωριοποίησή του μαθήματος στον σχεδιαζόμενο νέο τύπο Λυκείου. Το μάθημα συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα στα επιλεγόμενα μαθήματα μαζί με την Κοινωνιολογία και τα Θρησκευτικά (Κοινωνικές Επιστήμες) αλλά και το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών στην Α’ Λυκείου (Αρχαιογνωσία). Οι μαθητές σίγουρα θα σκεφτούν αρκετά πριν επιλέξουν ένα μάθημα που παρουσιάζει δυσκολίες στη διδασκαλία και την κατανόησή του, αλλά και οι εκπαιδευτικοί που το διδάσκουν θα πρέπει να προάγουν τις δημόσιες σχέσεις τους, μήπως και συγκινήσουν κάποιους νέους που θα το επιλέξουν . Στη χειρότερη περίπτωση το μάθημα δεν θα διδαχθεί καθόλου, αφήνοντας νέους πολίτες στην αμάθεια σε σχέση με το ιστορικό παρελθόν του τόπου τους αλλά και στην στρεβλή πολιτική κρίση.
Τα κίνητρα των κέντρων εκείνων που στήριξαν την επιλογή αυτή και φαίνεται προς το παρόν να καταφέρνουν να περιθωριοποιήσουν το μάθημα της Ιστορίας στη δημόσια εκπαίδευση θα πρέπει να διακριθούν σε δύο κατηγορίες, σε επιστημονικά -επιστημολογικά κίνητρα και σε πολιτικά-ιδεολογικά.
Επιστημονικά και Επιστημολογικά κίνητρα

Τα τελευτά χρόνια το μάθημα της Ιστορίας διεθνώς τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αντιμετώπισε έναν ενορχηστρωμένο πόλεμο δεχόμενο κυρίως πυρά για την έλλειψη ενδιαφέροντος, την αναξιοπιστία, τη σχετικότητά του και την πολιτική ιδεολογία που υποκρύπτει . Παράλληλα, Η κίνηση της μεταμοντέρνας Ιστορίας γνώρισε ιδιαίτερη ανταπόκριση στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδυαζόμενη με την τάση να ξαναγραφτεί η ιστορία με μια άλλη οπτική. Η μεταμοντέρνα θεώρηση της Ιστορίας αρνήθηκε το κύρος των ιστορικών πηγών αλλά και την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης και την ενέταξε στο χώρο της απλής ρητορικής αφήγησης.
Το μειωμένο ενδιαφέρον των μαθητών για την Ιστορία, όπως εμφανίζεται στον Τύπο και σε έρευνες θεραπεύει η χρήση της νέας τεχνολογίας στο μάθημα και η επιλογή του « πολλαπλού βιβλίου». Το μάθημα επομένως σύμφωνα με τους υποστηριχτές του μετασχηματισμού της διδασκαλίας της Ιστορίας, θα πρέπει να βάλει τους μαθητές στη διαδικασία να αναζητήσουν μόνοι τη γνώση στο διαδίκτυο ή σε άλλους οικείους σε αυτούς χώρους. Τα μέσο γίνεται το μήνυμα και η Ιστορία διαιρείται σε θέματα σύμφωνα μ ε το διδακτικό παράδειγμα της «διαθεματικότητας» και σε τομείς ανεξάρτητα από την ιστορική περίοδο και την ιστορική συνάφεια των γεγονότων. Η Ιστορία κατά αυτόν τον τρόπο μπορεί και να αυτοκαταργηθεί, αφού μπορεί να διδαχθεί ως πληροφορία και μέσα από τα Θρησκευτικά, την ,Κοινωνιολογία, την Τέχνη, τη Μαγειρική, τη Γεωγραφία, τη Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, ακόμη και μέσα από τα Μαθηματικά. Την αποσπασματικότητα της ιστορικής πληροφορίας υπηρετεί και η ευρύτατα διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια «Θεματική Ιστορία» που προτείνει την κάθετη ιστορική προσέγγιση με βάση το Θέμα κυρίως και λιγότερο την ένταξη των γεγονότων σε μια γενικότερη ιστορική αφήγηση.
Η πρόταξη επίσης, της λεγόμενης «Τοπικής Ιστορίας» και της «Μικροϊστορίας» σε σχέση με τη Γενική Ιστορία είχε ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση σε πολλές περιπτώσεις της διδασκαλίας με τη μέθοδο των συνθετικών εργασιών project που πάντα στο ίδιο διαλυτικό πνεύμα προωθούν την επαφή του μαθητή με μεμονωμένες πηγές πληροφοριών από την οικογένεια, τον τόπο που διαμένει αλλά και στο διαδίκτυο.

Πολιτικά και ιδεολογικά κίνητρα
Η διάκριση σε ιδεολογικά και επιστημολογικά κίνητρα που επιχειρήσαμε, υπηρετεί κυρίως την καλύτερη κατανόηση των στοιχείων που παραθέτουμε και λιγότερο την πραγματική φύση τους αφού όπως δείχτηκε τόσο η διάδοση της μεταμοντέρνας θεώρησης όσο και η μικροϊστορία αποτελούν συνειδητές επιλογές της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Τα βαθύτερα επομένως αίτια που οδήγησαν σε σταδιακή υποβάθμιση την ιστορική παιδεία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση υπήρξαν προπάντων πολιτικά και ιδεολογικά.
Πολιτικά από την άποψη ότι εξυπηρέτησαν συγκεκριμένα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, αφού το μάθημα της Γενικής Ιστορίας ασκούσε ρητά ή άρρητα την πολιτική κρίση των μαθητών, ανιχνεύοντας κοινά σημεία στην πολιτική δράση ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές και έκανε λόγο για επαναστατικά κινήματα, πολεμικές συγκρούσεις, ιδεολογίες και κοινωνικές τάξεις. Αντίθετα, η αποσπασματική ιστορική γνώση αποτέλεσε ένα άμεσα ελέγξιμο γνωστικό πεδίο που χρησιμοποιήθηκε κατάλληλα, για να ικανοποιήσει κυρίως τους ιδεολογικούς στόχους.
Έτσι, στο πεδίο της ιδεολογίας η υποβάθμιση της Ιστορίας ουσιαστικά εξυπηρέτησε τον οικονομικό φιλελευθερισμό και το συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων όπως αυτός διαμορφώθηκε μετά την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην ανατολική Ευρώπη. Η εθνική ιστορία συγκεκριμένων χωρών, όπως της Ελλάδας, αποτέλεσε εμπόδιο στη διάδοση της παγκοσμιοποίησης και στην οικονομική πολιτική «των ανοιχτών συνόρων». Επίσης, η ανάδυση εθνικιστικών αποσχιστικών κινημάτων σε ορισμένες χώρες κυρίως της πρώην Σοβιετικής Ένωσης είχε περισσότερο χαρακτήρα παραχάραξης της Ιστορίας του Β Παγκοσμίου Πολέμου και λιγότερο εθνικής ιστορίας. Η αλλοίωση της ιστορικής μνήμης αλλά και της ιστοριογραφίας όπως την ξέραμε μέχρι πριν λίγα χρόνια ξεκίνησε από τι πρώην σοσιαλιστικές χώρες και συνεχίστηκε σε όλη την Ευρώπη, εξισώνοντας το φασισμό με τον κομμουνισμό, και αποκρύπτοντας τα συγκρουσιακά φαινόμενα (πολέμους, επαναστάσεις, γενοκτονίες, εμφυλίους πολέμους ) στην Ευρωπαϊκή Ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων.
Επιχειρήθηκε έτσι, η κατασκευή μιας δήθεν κοινής ευρωπαϊκής κουλτούρας ακόμη και σε έθνη που λεηλατήθηκαν και ερημώθηκαν από τις δυτικές σταυροφορίες και την επέμβαση των δυτικών αυτοκρατοριών. Υπερπροβλήθηκε το οικονομικό στοιχείο χωρίς να αναφέρονται οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις κυρίως κατά τον Μεσαίωνα, που οδήγησαν ακόμη και στη δημιουργία πολλών σημερινών ευρωπαϊκών κρατών. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν προσχηματικά και δυσνόητα σχολικά βιβλία με θέμα την κοινή ευρωπαϊκή κληρονομιά, που ούτε διδάχτηκαν ποτέ συστηματικά ούτε κατάφεραν να περάσουν στους μαθητές του Λυκείου την ευρωπαϊκή αυτή συνείδηση. Η σύγχρονη αντιφατική πολιτική της ΕΕ στην οικονομία, οι "ανθρωπιστικοί" της πόλεμοι μετά το 1990, και η εμπλοκή της στους πολέμους του Ιράκ, της Σερβίας , του Κοσσόβου και του Αφγανιστάν, αποσάθρωσαν ακόμη περισσότερο παρά συντέλεσαν στην οικοδόμηση αυτού του στόχου.
Έτσι η ΕΕ και η τωρινή πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας της Ελλάδας προέκριναν τελικά τη λύση της αφαίρεσης της Ιστορίας από τη Γενική μόρφωση των μαθητών του Λυκείου. Με αυτόν τον τρόπο πίστεψαν ότι οι μαθητές και οι γονείς τους θα γίνουν πιο χειραγωγήσιμοι σε θέματα πολιτικής ιστορίας κυρίως μέσω της ενημέρωσης του Τύπου και της Τηλεόρασης. Οι νεότερες ιστοριογραφικές τάσεις των μεγάλων Αμερικανικών πανεπιστημίων αλλά και των πολυεθνικών εκδοτικών οίκων θα περάσουν πιο εύκολα στην κοινή γνώμη και σε όσους απλά ενδιαφέρονται για την ιστορία. Η ιστορική γνώση όμως, δεν αποτελεί μόνο πληροφοριακό υλικό αλλά οικοδομεί πολιτική κρίση και συμπεριφορά. Εκπαιδεύοντας ανιστόρητους πολίτες δίνουμε τροφή στο ρατσισμό, τον φασισμό της καθημερινής ζωής, το σωβινισμό. Κάποτε, σε σύντομο πάντως χρονικό διάστημα τα ιστορικά λάθη του παρελθόντος θα μας εκδικηθούν.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Το πρωτάθλημα της Super League αποτελεί τον καθρέφτη της σημερινής Ελλάδας

Το ελληνικό πρωτάθλημα της «Α’ Εθνικής», όπως λεγόταν παλιότερα, αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο με βαθιές ρίζες στην νεοελληνική κοινωνία. Γενιές μεγάλωσαν κοντά στα γήπεδα, , βλέποντας την αγαπημένη τους ομάδα να νικά, να ηττάται , να περνά «πέτρινα» χρόνια , να χάνει ή να κερδίζει πρωταθλήματα από στιγμιαία λάθη παιχτών ή από δικαστικές ή διαιτητικές αποφάσεις. Κάθε Σαββατοκύριακο πολλοί Έλληνες, όπως και σε όλο τον κόσμο βιώνουν μαζί με τις αγωνίες της καθημερινότητας και την αγωνία ενός ποδοσφαιρικού αγώνα.
Όσο και αν προσπαθούν κάποιοι να μας το παρουσιάσουν ως «γιορτή και διασκέδαση», το ποδόσφαιρο για τον κάθε οπαδό ή φίλαθλο αποτελεί μια στιγμή ενός συνεχούς δράματος , όπου έντονα συναισθήματα συνεχώς εναλλάσσονται. Κάθε ομάδα και κυρίως οι λεγόμενες «μεγάλες» διαθέτουν πολιτιστικούς χώρους με ιστορία, ιδιαίτερους κώδικες αξιών , ήρωες και προδότες, αλλά και βέβαια στόχους που αντιστοιχούν στο κύρος και στην οικονομική τους επιφάνεια. Οι ομάδες αυτές διοικούνται συνήθως, από μια συγκεντρωτική διοίκηση που εκπροσωπεί και «προστατεύει» το ποδοσφαιρικό τμήμα στα διοικητικά όργανα και στις αρχές που οργανώνουν το πρωτάθλημα.
Πέρα όμως από τα προφανή που είναι η ίδια η αξία των ποδοσφαιριστών και του προπονητή που αποτελούν το βαρόμετρο για την επιτυχία ή την αποτυχία της εκάστοτε ομάδας, η ποδοσφαιρική ομάδα είναι οι ίδιοι οι φίλαθλοι που την παρακολουθούν και τη στηρίζουν σε κάθε αγώνα. Ο φίλος της ομάδας δεν παρευρίσκεται απλά σε ένα αθλητικό αγώνα αλλά συχνά παίρνει μέρος σε ένα ομαδικό δρώμενο που έχει ως κύριο στόχο να δημιουργηθεί μια κοινωνική δυναμική που θα οδηγήσει τους ποδοσφαιριστές στη νίκη. Η νίκη στο πρωτάθλημα ισοδυναμεί με έναν μικρό έστω προσωπικό θρίαμβο που θα δώσει και μια ψευδαίσθηση ελπίδας ανάμεσα σε οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα. Βέβαια, τίποτε από τα παραπάνω δεν κερδίζεται εύκολα ούτε είναι εκ το προτέρων εξασφαλισμένο. Ο θρίαμβος από τον διασυρμό συχνά δεν απέχουν παρά μερικά λεπτά της ώρας. Η ήττα από τη νίκη δευτερόλεπτα. Η σύγκρουση επομένως, νοητή ή πραγματική μεταφέρεται συχνά από τον αγωνιστικό χώρο στις κερκίδες, με αποτελέσματα που ποικίλλουν από απλές ύβρεις έως πραγματικό πόλεμο σώμα με σώμα. Η ένταση της σύγκρουσης αυτής που για άλλους αποτελεί «ένθερμη ατμόσφαιρα» και για άλλους «οπαδική βία» εξαρτάται κατά κύριο λόγο από εξωγηπεδικούς και εξωαθλητικούς παράγοντες.
Το πρώτο βασικό στοιχείο που επηρεάζει τους φιλάθλους στη συμπεριφορά τους είναι η γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας. Οι άνεργοι, οι φτωχοί ή οι άποροι προσδοκούν από την ομάδα τους να τους δώσει ότι δεν έχει δώσει η κοινωνία τους, έστω στα μάτια των θαμώνων ενός καφενείου κοινωνική αναγνώριση και ταυτότητα μέσα στο οικονομικό σύστημα.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η παιδεία, η γενικότερη δηλαδή αξιακή υποδομή και κρίση που διαθέτει ένας άνθρωπος που θα του επιτρέψουν να μην μετατραπεί σε μάζα και έρμαιο της συλλογικής παράνοιας που βλέπουμε συχνά στο ποδοσφαιρικό γήπεδο.
Το τρίτο στοιχείο είναι η αντιμετώπιση του πολίτη από την πολιτεία κυρίως στην καθημερινή του ζωή , η γενικότερη εικόνα που έχει ο πολίτης για την αστυνομία, τη διοίκηση, τους νόμους και τις υπηρεσίες υγείας και παιδείας. Η στάση αυτή του οπαδού θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό αν θα συμμορφωθεί ή αν θα εναντιωθεί σε κάτι γενικότερο από την αντίπαλη ποδοσφαιρική ομάδα. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο φίλαθλοι μετά από νίκη της ομάδας τους να χτυπούν ομοϊδεάτες τους ή αστυνομικούς ή να προκαλούν υλικές ζημιές σε ξένες περιουσίες.
Εξίσου σημαντικός παράγοντας είναι βέβαια, η καλλιέργεια του αθλητισμού ως χώρου άσκησης, υγιεινής ζωής, άμιλλας και παιδείας. Η μονοδιάστατη προβολή του ποδοσφαίρου ως θεάματος και μόνο, δημιουργεί οπαδούς και θύματα του φανατισμού. Στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία το ποδοσφαιρικό θέαμα αποφέρει τεράστια κέρδη σε μια σειρά από βιομηχανίες , κατασκευάζει ωστόσο και ανθρώπους που βλέπουν το άθλημα αποκλειστικά ως εκτόνωση και ευκαιρία για κατανάλωση κάθε είδους. Από τη διατροφή μέχρι το τυχερό παιχνίδι. Ο πλαδαρός αυτός φίλαθλος όσο και εκείνος που κυνηγάει την τύχη του στο στοίχημα βλέπουν το ποδόσφαιρο όχι ως ανθρώπινη εκδήλωση αλλά ως κυνήγι του αποτελέσματος ή της στιγμιαίας συγκίνησης. Έτσι, δεν περιμένουν τίποτε άλλο από την ίδια την επιτυχία και τη νίκη. Ήττα ή ισοπαλία δεν υπάρχουν στο μυαλό τους ούτε βέβαια τίμιος αγώνας ή άμιλλα. Έτσι το άθλημα μετατρέπεται σε αρένα όπου οι θεατές ζητωκραυγάζουν «νικητές» και «μελλοθάνατους».
Στην Ελλάδα του 2011 σχεδόν κάθε Κυριακή βλέπουμε έντονα φαινόμενα οπαδικής βίας και συγκρούσεων στα γήπεδα, που κάποιοι τεχνηέντως συνδέουν με τη διαιτησία, τον Τύπο, τους διοικητικούς παράγοντες ή και τη συμπεριφορά των ποδοσφαιριστών. Αγνοούν έτσι, την Ελλάδα της πολιτικής διαφθοράς, της οικονομικής καχεξίας, την Ελλάδα των χιλιάδων ανέργων, των σχολείων που κλείνουν, την Ελλάδα της καθημερινής ταλαιπωρίας στις ουρές των ιατρείων, που δεν δίνει κανένα όραμα στους νέους ούτε καν προσωπικής ενασχόλησης με τον αθλητισμό. Τα «παιδιά των γηπέδων» μέσα από την συλλογική υποστήριξη της ομάδας τους αποκτούν αναγνώριση, ταυτότητα και όραμα που δεν είναι άλλο από κάποιο εγχώριο ή διεθνές κύπελλο. Η ζωή αυτών των νέων οι οποίοι προέρχονται συχνά από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα περιστρέφεται γύρω από το ποδόσφαιρο ως θέαμα και ιδέα. Κάτω από αυτό το πρίσμα το ποδόσφαιρο αφιονίζει και οδηγεί σε βίαιες αλλά και ασφαλείς για το πολιτικό κατεστημένο διεξόδους. Ουσιαστικά, η νεανική επαναστατικότητα διοχετεύεται σε βία ενάντια στον αντίπαλο οπαδό και η διάθεση για ομαδικότητα και συλλογική δράση σε «φιέστες» και «εκστρατείες».