Σύμφωνα με τους υπευθύνους του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ , σκοπός της εκπομπής «1821»είναι να παρουσιαστεί με μια σύγχρονη ματιά η επανάσταση του 1821 και να επιμορφωθούν οι σημερινοί Έλληνες πολίτες πάνω στα σημαντικά γεγονότα εκείνης της περιόδου. Φτάνοντας στο τρίτο επεισόδιο της σειράς εντοπίσαμε, ωστόσο, παραλείψεις, σκόπιμες γενικεύσεις αλλά και ερμηνείες που παραπέμπουν σε συγκεκριμένες θεωρήσεις , που ακόμη και στο παρελθόν έχουν κατηγορηθεί ως μονοδιάστατες και αντιφατικές. Θα ήθελα επίσης, να τονίσω ότι η προβολή της σειράς λίγο πριν τα μεσάνυχτα υποδηλώνει μια επιλεκτική και ελιτίστικη ή και φοβική διάθεση που καμιά σχέση δεν έχει με τον επιμορφωτικό χαρακτήρα που επικαλείται. Ακόμη και με τα κενά που θα εντοπίσουμε παρακάτω, θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε την ανταπόκριση των μαθητών και των σπουδαστών που ουσιαστικά αποκλείονται από την παρακολούθηση της σειράς λόγω της προχωρημένης και ακατάλληλης ώρας.
Ξεκινώντας από το πρώτο επεισόδιο η συγκεκριμένη σειρά προχωρά σε γενικεύσεις του τύπου “Pax Ottomanica” για τους δύο πρώτους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας συμπληρώνοντας επιπλέον, ότι οι δύο πρώτοι αιώνες υπήρξαν περίοδος ευημερίας για πολλά χωριά της Ρούμελης. Από τη μια πλευρά λοιπόν, έχουμε έναν επιλεκτικό χαρακτηρισμό που βασίζεται σε κάποια οικονομικά αρχεία κάποιου χωριού ( Παναγιά Βοιωτίας) και από την άλλη πλευρά μια ριψοκίνδυνη γενίκευση που αποσιωπά το βαρύ φορολογικό καθεστώς στους αγρότες, το παιδομάζωμα, τους οκτώ βενετοτουρκικούς πολέμους που σήμαναν μάλιστα και τη σταδιακή εξασθένιση της οθωμανικής κυριαρχίας στην θαλάσσια περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αποσιωπούνται επίσης το κίνημα του Κροκόδειλου Κλαδἀ (1481) αλλά και μικρότερα κινήματα όπως του «Σκυλόσοφου»(1601), στα οποία πήραν μέρος και οι αγροτικές τάξεις. Καθώς λοιπόν, η αναταραχή, στην περιοχή της νότιας βαλκανικής ήταν δεδομένη αρκετές φορές πριν το 1700, το να λέει κανείς ότι οι αγροτικοί πληθυσμοί ευημερούσαν είναι τουλάχιστον βεβιασμένο.
Στο ίδιο επεισόδιο εμφανίζονται επίσης, οι Έλληνες ως φανατικοί εχθροί των Τούρκων κυρίως μετά τα «Ορλοφικά» εξαιτίας της βίαιης καταστολής του κινήματος της Πελοποννήσου. Καμιά αναφορά δεν γίνεται στις οικονομικές σχέσεις παρά μόνο στη δημιουργία τσιφλικιών που εξασθένισαν και έπληξαν τις αγροτικές ομάδες της υπαίθρου. Η εκπομπή έτσι εμφανίζει την περίοδο έως το 1700 ως ήπια φεουδαρχία και την περίοδο μετά το 1700 ως περίοδο έντονης καταπίεσης. Πού φαίνεται όμως αυτό; Οι τιμαριούχοι σπαχήδες και άλλοι Οθωμανοί αξιωματούχοι χαρίζονταν περισσότερο στους φτωχούς αγρότες πριν το 1700 ; Γιατί οι Τούρκοι και Έλληνες μπέηδες και προεστοί με την καταπίεση που ασκούσαν σε βάρος των φτωχών αγροτών να ανάψουν το μίσος προς μια κατεύθυνση , δηλαδή εναντίον των Τούρκων; Αν λάβουμε υπόψη τα κηρύγματα του Ρήγα και του Ανωνύμου η δάδα της παμβαλκανικής επανάστασης θα έπρεπε να κάψει την τυραννική οθωμανική ηγεσία και τα στηρίγματά της χωρίς να κάνει διακρίσεις σε Τούρκους και μη.
Χάριν εντυπωσιασμού δηλώνεται επίσης ότι οι Κλέφτες ήταν κυρίως ληστές που έπλητταν τις ορεινές αγροτικές περιοχές και συχνά μετατρέπονταν περιστασιακά σε αρματολούς. Δεν δηλώνεται ωστόσο, η κοινωνική και οικονομική φύση του κλέφτικου κινήματος, ούτε η αντιπαράθεσή τους με τα «Τζάκια, ούτε επιχειρείται η συσχέτισή τους με το επαναστατικό κίνημα του 1821. Πώς δηλαδή, αυτοί οι «παράνομοι» συμμετείχαν «σώμα και ψυχή» σε ένα κίνημα με κοινωνικά κυρίως χαρακτηριστικά στο πλευρό «των θυμάτων τους».
Για τον Ρήγα και τον Κοραή θα έπρεπε να αφιερωθούν τουλάχιστον τρεις εκπομπές, όπως και στο συγκλονιστικό κείμενο της Ελληνικής Νομαρχίας για να καταδειχθούν οι επιδράσεις της Γαλλικής Επανάστασης αλλά και οι ιδιαιτερότητες που περιείχαν τα γραπτά των συγκεκριμένων συγγραφέων . Αντί αυτού μετά από μια γενική θεώρηση του Ρήγα και του Κοραή ως δύο πρωτεργατών της ελληνικής επανάστασης αναφέρονται κυρίως οι δημιουργοί της Φιλικής Εταιρείας Τσακάλωφ, Σκουφάς, Ξάνθος αποκομμένοι από το επαναστατικό περιβάλλον της εποχής αλλά και τις οικονομικές σχέσεις που ευνοούσαν την ίδρυση επαναστατικών εταιρειών σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Στο τρίτο επεισόδιο επιχειρήθηκε η σκιαγράφηση του «ξεσηκωμού» τους πρώτους μήνες του 1821. Και εδώ ακούσαμε, παρά τη δεδηλωμένη πρόθεση της σειράς να διαλύσει μύθους, μονοδιάστατες ερμηνείες . Είναι χαρακτηριστική η φράση του ιστορικού Θάνου Βερέμη ότι « οι προεστοί πολέμησαν στον Αγώνα, ακόμη και αν τους κατηγορούμε». Η συνεισφορά πολλών μεγάλων οικογενειών της Πελοποννήσου στην επανάσταση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ωστόσο, η παρουσία τους στον Αγώνα δεν ήταν τόσο πρόδηλη. Πώς δηλαδή, κάμφθηκαν οι αρχικοί δισταγμοί τους, με ποιο αντίτιμο; Γιατί πολλοί προύχοντες της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας δεν πήραν μέρος στην επανάσταση; Παραμονές της πολιορκίας της Τρίπολης απειλήθηκαν σοβαρά επεισόδια και βιαιοπραγίες σε βάρος των προκρίτων και μόνο η συμβιβαστική στάση του Κολοκοτρώνη καταλάγιασε τα πάθη. Γιατί ο κοινός στόχος δε εξασθένησε το μίσος των πολεμιστών ενάντια στους προκρίτους ; Ποια επίσης ήταν η στάση των ισχυρών οικογενειών της Ύδρας, της Άνδρου, των Σπετσών ; Πώς παρακινήθηκαν να χτυπήσουν τα «πρώην αφεντικά τους»; Και να απεμπολήσουν εμπορικά προνόμια; Ειδικά οι Κουντουριώτηδες είναι γνωστό ότι απέφευγαν κάθε κουβέντα σχετικά με επανάσταση και μόνο κάτω από την πίεση λαϊκών εξεγέρσεων μπήκαν στη μάχη.
Η εκπομπή δεν δίνει πειστικές απαντήσεις και μεταφέρει το βάρος στις πολιορκίες των κάστρων της Πελοποννήσου ηθικολογώντας μάλιστα, περιγράφοντας με μελανά χρώματα τις «πρωτάκουστες λεηλασίες και σφαγές». Άλλη μια φορά, για να εντυπωσιάσουν κυρίως, οι υπεύθυνοι της σειράς τονίζουν το δευτερεύον δηλαδή το ηθικό και το αποτρόπαιο ενός πολέμου, που έτσι και αλλιώς δεν θα μπορούσε να εξελιχτεί σε « ιπποτικό αγώνισμα». Αντί να δειχτούν το πλαίσιο της επανάστασης, τα πλεονεκτήματα και η σημασία των πρώτων νικών όσο και οι δυσκολίες του πρώτου έτους, επιλέγονται προς συζήτηση και έκθεση οι κτηνωδίες των Ελλήνων κατά των Τούρκων.
Άτοπο ερμηνευτικό σχήμα αποτελεί επίσης, η θέση που διατυπώνεται στο τρίτο επεισόδιο ότι ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ αφόρισε την επανάσταση του Υψηλάντη , για να αποτρέψει σφαγές εναντίον του χριστιανικού πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης. Είναι εξακριβωμένο ότι ο πατριάρχης είχε ήδη στείλει προτροπές προς τους ισχυρούς καπεταναίους της Ύδρας να αποφύγουν κάθε ανάμειξη σε επαναστατικό κίνημα ήδη από το 1807 . Ήταν εχθρικά προσκείμενος απέναντι στις φιλελεύθερες ιδέες της γαλλικής επανάστασης και ένθερμος υποστηριχτής της μοναρχίας. Αρκετά στοιχεία, για τα πραγματικά κίνητρα του Γρηγορίου μας παρουσιάζει στην ιστορία του και ο Σπυρίδων Τρικούπης. Η εκτέλεση του από τους Τούρκους αποτέλεσε ακραία πράξη θρησκευτικού φανατισμού και αντεκδίκησης η οποία δεν έχει καμία σχέση με τον ανθρωπισμό του πατριάρχη, ευνόησε, ωστόσο, την ελληνική επανάσταση και δημιούργησε θετικό αντίκτυπο στην κοινή γνώμη των κρατών της αντιδραστικής Ιερής Συμμαχίας.
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011
Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011
Αλβέρτου Αϊνστάιν “Γιατί Σοσιαλισμός” (Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο 1o τεύχος του Αμερικανικού περιοδικού Monthly Review, το 1949)
[…] Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όμως υπάρχει σήμερα, είναι κατά τη γνώμη μου η πραγματική πηγή του κακού. Βλέπουμε μια τεράστια μάζα παραγωγών που πα¬σχίζουν ακατάπαυστα να αφαιρέσουν ο ένας από τον άλλο τους καρπούς της συλλογικής εργασίας τους – όχι με τη βία, αλλά σύμφωνα με τους νόμιμα καθιερωμένους κανόνες. Από την άποψη αυτή είναι σημαντικό ότι τα μέσα παραγωγής, δηλαδή όλες οι παραγωγικές δυνάμεις, απαραίτητα για την παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων, καθώς και οι ολοένα νέες επενδύσεις μπορούν να είναι νόμιμα και κατά το μεγαλύτερο μέρος αποτελούν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών προσώπων.
Για απλοποίηση θα αποκαλώ στη συνέχεια «εργάτες» όσους δεν ανήκουν στους ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, αν και αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στη συνηθισμένη χρήση του όρου αυτού. 0 ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής είναι σε θέση να αποκτά εργατική δύναμη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής, ο εργάτης παράγει νέα εμπορεύματα που γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Εδώ έχει ακριβώς σημασία η συσχέτιση της πραγματικής αξίας αυτού που ο εργάτης παράγει και εκείνου που του πληρώνουν. Όσο καιρό η σύμβαση εργασίας είναι «ελεύθερη», αυτό που παίρνει ο εργάτης δεν καθορίζεται από την πραγματική αξία των παραγόμενων από αυτόν εμπορευμάτων, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του και την προσφορά και ζήτηση εργατικής δύναμης από τους καπιταλιστές. Έχει σημασία να καταλάβουμε ότι ακόμη και στη θεωρία η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία αυτού που έχει παράγει.
Βρισκόμαστε μπροστά στην τάση του ιδιωτικού κεφαλαίου προς την όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση. Εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού των καπιταλιστών, εν μέρει γιατί η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ο αυξανόμενος καταμερισμός της εργασίας ενθαρρύνουν το σχηματισμό μεγαλύτερων παραγωγικών μονάδων σε βάρος των μικρών. Αποτέλεσμα της ανάπτυξης αυτής είναι η ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, η κολοσσιαία εξουσία του οποίου δεν μπορεί να ελέγχεται αποτελεσματικά ακόμη και σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα μέλη των νομοθετικών οργάνων εκλέγονται από τα πολιτικά κόμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται και επηρεάζονται βασικά από τους ιδιώτες επιχειρηματίες, που επιδιώκουν για πρακτικούς σκοπούς να απομακρύνουν το εκλογικό σώμα από τους νομοθέτες. Σαν αποτέλεσμα οι αντιπρόσωποι του λαού δεν υπερασπίζονται αποτελεσματικά τα συμφέροντα των μη προνομιούχων ομάδων του πληθυσμού. Πολύ περισσότερο, στις υπάρχουσες συνθήκες οι ιδιώτες επιχειρηματίες ελέγχουν αναπόφευκτα τις κύριες πηγές πληροφόρησης (τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση). Για το λόγο αυτό, ο απλός πολίτης είναι πολύ δύσκολο και στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς αδύνατο να καταλήξει σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να ασκεί με εξυπνάδα τα πολιτικά του δικαιώματα.
Η κατάσταση που επικρατεί στην οικονομία, βασιζόμενη στην καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία, χαρακτηρίζεται επομένως από δυο κύριες αρχές: πρώτο, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο), αποτελούν ατομική ιδιοκτησία και οι ιδιοκτήτες τα διαχειρίζονται κατά την κρίση τους. Δεύτερο, η σύμβαση εργασίας είναι ελεύθερη. Φυσικά από την άποψη αυτή δεν υπάρχει καθαρή καπιταλιστική κοινωνία.
Πρέπει ιδιαίτερα να σημειώσουμε ότι οι εργάτες, χάρη στη μακροχρόνια και έντονη πολιτική πάλη σημείωσαν επιτυχίες εξασφαλίζοντας σε ορισμένες κατηγορίες εργατών «βελτιωμένη» μορφή ελεύθερης σύμβασης εργασίας. Αλλά η σημερινή οικονομία στο σύνολό της διαφέρει κατά πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό.
Η παραγωγή πραγματοποιείται για χάρη του κέρδους και όχι για το όφελος, αλλά δεν υπάρχει εγγύηση ότι όλοι, όσοι θέλουν και μπορούν να εργαστούν, θα μπορέσουν σίγουρα να βρουν δουλειά. Σχεδόν πάντα υπάρχει στρατιά ανέργων. 0 εργάτης φοβάται συνεχώς να μη χάσει τη δουλειά του. Επειδή οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν αποτελούν προσο¬δοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων είναι περιορισμένη με αποτέλε¬σμα να υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες. Η τεχνική πρόοδος οδηγεί συχνά στην αύξηση της ανεργίας και όχι στην ελάφρυνση από τα βάρη της εργασίας. 0 προσανατολισμός στο κέρδος σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό των καπιταλιστών είναι η αιτία της αστάθειας στη συσσώ¬ρευση και τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, πράγμα που οδηγεί σε όλο και πιο σοβαρές κα-ταστάσεις ύφεσης. 0 απεριόριστος ανταγωνισμός οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη σπατάλη εργασίας και έτσι παραμορφώνει την κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων, όπως ανάφερα πιο πάνω.
Θεωρώ την παραμόρφωση αυτή των προσωπικοτήτων το μεγαλύτερο κακό του καπιταλι¬σμού. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα πάσχει από αυτό το κακό. Το υπέρμετρο αίσθημα του ανταγωνισμού εμφυτεύεται στους φοιτητές, που τους μαθαίνουν να θέτουν υπεράνω την επιτυχία, ως προετοιμασία για τη μελλοντική καριέρα.
Είμαι πεισμένος ότι μόνο ένας δρόμος υπάρχει για να μπει τέλος σε όλο αυτό το κακό, δη¬λαδή τη δημιουργία της σοσιαλιστικής οικονομίας με το αντίστοιχο σε αυτή σύστημα παιδείας, προσανατολισμένης σε κοινωνικούς σκοπούς. Σε μια τέτοια οικονομία η κοινωνία κατέχει τα μέσα παραγωγής και τα διαχειρίζεται με βάση το σχεδιασμό. Η σχεδιασμένη οικονομία πρo¬σαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινωνίας, κατανέμει την εργασία στους ικανούς για εργασία και εγγυάται τα μέσα προς το ζειν για κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Αντί για την εξύμνηση της εξουσίας και της επιτυχίας, όπως γίνεται στη σημερινή μας κοινωνία, η παιδεία που συμπληρώνεται με την ανάπτυξη των εσωτερικών ικανοτήτων της προσωπικότητας, θα αποβλέπει στην ανάπτυξη σε αυτή της συναίσθησης της ευθύνης για τους άλλους ανθρώ¬πους.
Ωστόσο, πρέπει να θυμούμαστε ότι η σχεδιασμένη οικονομία δε σημαίνει ακόμα σοσιαλι¬σμός. Η σχεδιασμένη οικονομία αυτή καθεαυτή μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υπo¬δούλωση της προσωπικότητας. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί την επίλυση ορισμένων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Πώς, λόγου χάρη, παίρνοντας υπό¬ψη το βάθεμα της συγκέντρωσης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας θα αποτραπεί η με¬τατροπή της γραφειοκρατίας σε δύναμη που κατέχει την πλήρη εξουσία. Πώς θα προστατευ¬τούν τα δικαιώματα του ατόμου και ταυτόχρονα να υπάρχει εγγύηση ενός δημοκρατικού αντί¬βαρου στην εξουσία της γραφειοκρατίας. Οι σκοποί και τα προβλήματα του σοσιαλισμού δεν είναι τόσο απλά και η σαφής κατανόησή τους έχει μέγιστη σημασία στο μεταβατικό μας αιώ¬να.
Για απλοποίηση θα αποκαλώ στη συνέχεια «εργάτες» όσους δεν ανήκουν στους ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, αν και αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στη συνηθισμένη χρήση του όρου αυτού. 0 ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής είναι σε θέση να αποκτά εργατική δύναμη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής, ο εργάτης παράγει νέα εμπορεύματα που γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Εδώ έχει ακριβώς σημασία η συσχέτιση της πραγματικής αξίας αυτού που ο εργάτης παράγει και εκείνου που του πληρώνουν. Όσο καιρό η σύμβαση εργασίας είναι «ελεύθερη», αυτό που παίρνει ο εργάτης δεν καθορίζεται από την πραγματική αξία των παραγόμενων από αυτόν εμπορευμάτων, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του και την προσφορά και ζήτηση εργατικής δύναμης από τους καπιταλιστές. Έχει σημασία να καταλάβουμε ότι ακόμη και στη θεωρία η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία αυτού που έχει παράγει.
Βρισκόμαστε μπροστά στην τάση του ιδιωτικού κεφαλαίου προς την όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση. Εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού των καπιταλιστών, εν μέρει γιατί η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ο αυξανόμενος καταμερισμός της εργασίας ενθαρρύνουν το σχηματισμό μεγαλύτερων παραγωγικών μονάδων σε βάρος των μικρών. Αποτέλεσμα της ανάπτυξης αυτής είναι η ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, η κολοσσιαία εξουσία του οποίου δεν μπορεί να ελέγχεται αποτελεσματικά ακόμη και σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα μέλη των νομοθετικών οργάνων εκλέγονται από τα πολιτικά κόμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται και επηρεάζονται βασικά από τους ιδιώτες επιχειρηματίες, που επιδιώκουν για πρακτικούς σκοπούς να απομακρύνουν το εκλογικό σώμα από τους νομοθέτες. Σαν αποτέλεσμα οι αντιπρόσωποι του λαού δεν υπερασπίζονται αποτελεσματικά τα συμφέροντα των μη προνομιούχων ομάδων του πληθυσμού. Πολύ περισσότερο, στις υπάρχουσες συνθήκες οι ιδιώτες επιχειρηματίες ελέγχουν αναπόφευκτα τις κύριες πηγές πληροφόρησης (τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση). Για το λόγο αυτό, ο απλός πολίτης είναι πολύ δύσκολο και στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς αδύνατο να καταλήξει σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να ασκεί με εξυπνάδα τα πολιτικά του δικαιώματα.
Η κατάσταση που επικρατεί στην οικονομία, βασιζόμενη στην καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία, χαρακτηρίζεται επομένως από δυο κύριες αρχές: πρώτο, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο), αποτελούν ατομική ιδιοκτησία και οι ιδιοκτήτες τα διαχειρίζονται κατά την κρίση τους. Δεύτερο, η σύμβαση εργασίας είναι ελεύθερη. Φυσικά από την άποψη αυτή δεν υπάρχει καθαρή καπιταλιστική κοινωνία.
Πρέπει ιδιαίτερα να σημειώσουμε ότι οι εργάτες, χάρη στη μακροχρόνια και έντονη πολιτική πάλη σημείωσαν επιτυχίες εξασφαλίζοντας σε ορισμένες κατηγορίες εργατών «βελτιωμένη» μορφή ελεύθερης σύμβασης εργασίας. Αλλά η σημερινή οικονομία στο σύνολό της διαφέρει κατά πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό.
Η παραγωγή πραγματοποιείται για χάρη του κέρδους και όχι για το όφελος, αλλά δεν υπάρχει εγγύηση ότι όλοι, όσοι θέλουν και μπορούν να εργαστούν, θα μπορέσουν σίγουρα να βρουν δουλειά. Σχεδόν πάντα υπάρχει στρατιά ανέργων. 0 εργάτης φοβάται συνεχώς να μη χάσει τη δουλειά του. Επειδή οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν αποτελούν προσο¬δοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων είναι περιορισμένη με αποτέλε¬σμα να υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες. Η τεχνική πρόοδος οδηγεί συχνά στην αύξηση της ανεργίας και όχι στην ελάφρυνση από τα βάρη της εργασίας. 0 προσανατολισμός στο κέρδος σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό των καπιταλιστών είναι η αιτία της αστάθειας στη συσσώ¬ρευση και τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, πράγμα που οδηγεί σε όλο και πιο σοβαρές κα-ταστάσεις ύφεσης. 0 απεριόριστος ανταγωνισμός οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη σπατάλη εργασίας και έτσι παραμορφώνει την κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων, όπως ανάφερα πιο πάνω.
Θεωρώ την παραμόρφωση αυτή των προσωπικοτήτων το μεγαλύτερο κακό του καπιταλι¬σμού. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα πάσχει από αυτό το κακό. Το υπέρμετρο αίσθημα του ανταγωνισμού εμφυτεύεται στους φοιτητές, που τους μαθαίνουν να θέτουν υπεράνω την επιτυχία, ως προετοιμασία για τη μελλοντική καριέρα.
Είμαι πεισμένος ότι μόνο ένας δρόμος υπάρχει για να μπει τέλος σε όλο αυτό το κακό, δη¬λαδή τη δημιουργία της σοσιαλιστικής οικονομίας με το αντίστοιχο σε αυτή σύστημα παιδείας, προσανατολισμένης σε κοινωνικούς σκοπούς. Σε μια τέτοια οικονομία η κοινωνία κατέχει τα μέσα παραγωγής και τα διαχειρίζεται με βάση το σχεδιασμό. Η σχεδιασμένη οικονομία πρo¬σαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινωνίας, κατανέμει την εργασία στους ικανούς για εργασία και εγγυάται τα μέσα προς το ζειν για κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Αντί για την εξύμνηση της εξουσίας και της επιτυχίας, όπως γίνεται στη σημερινή μας κοινωνία, η παιδεία που συμπληρώνεται με την ανάπτυξη των εσωτερικών ικανοτήτων της προσωπικότητας, θα αποβλέπει στην ανάπτυξη σε αυτή της συναίσθησης της ευθύνης για τους άλλους ανθρώ¬πους.
Ωστόσο, πρέπει να θυμούμαστε ότι η σχεδιασμένη οικονομία δε σημαίνει ακόμα σοσιαλι¬σμός. Η σχεδιασμένη οικονομία αυτή καθεαυτή μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υπo¬δούλωση της προσωπικότητας. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί την επίλυση ορισμένων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Πώς, λόγου χάρη, παίρνοντας υπό¬ψη το βάθεμα της συγκέντρωσης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας θα αποτραπεί η με¬τατροπή της γραφειοκρατίας σε δύναμη που κατέχει την πλήρη εξουσία. Πώς θα προστατευ¬τούν τα δικαιώματα του ατόμου και ταυτόχρονα να υπάρχει εγγύηση ενός δημοκρατικού αντί¬βαρου στην εξουσία της γραφειοκρατίας. Οι σκοποί και τα προβλήματα του σοσιαλισμού δεν είναι τόσο απλά και η σαφής κατανόησή τους έχει μέγιστη σημασία στο μεταβατικό μας αιώ¬να.
Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011
Η Ευρώπη "΄ένα ασφαλές φρούριο"
Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε πέρασμα Ασιατών κυρίως μεταναστών που ζητούν ένα καλύτερο αύριο για εκείνους και τις οικογένειές τους. Για να γίνω σαφής από την αρχή θα δυσαρεστήσω κάποιους αιθεροβάμονες που πιστεύουν ακόμη στον εθνικισμό και την εθνική καθαρότητα και επιμένουν να μιλούν για "λαθρομετανάστες" και για δήθεν "απειλή¨. Ξεκινώ λοιπόν από τις βεβαιότητες :
1ο Οι καραβιές των εξαθλιωμένων δεν θα σταματήσουν όσα τείχη και αν υψώνονται. Όσο οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους επιβάλλουν τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις τους ανά την υφήλιο, τόσο θα ενισχύονται τα μεταναστευτικά κύματα.
2ο Όσο οι πιο ισχυρές οικονομικά χώρες της Ευρώπης αδιαφορούν για τους μετανάστες και στρουθοκαμηλίζουν οργανώνοντας ναζιστικού τύπου διωγμούς το πρόβλημα σαν πληγή που χύνει πύον θα χειροτερεύει.
3ο Οι μετανάστες σύντομα θα κατακλύσουν την Ευρώπη. Ο πληθυσμός της "γηραιάς ηπείρου" μειονεκτεί αριθμητικά. Οι μελλοντικές επαναστάσεις θα έχουν κατά πως φαίνεται πρωταγωνιστές τους εξαθλιωμένους και ξεριζωμένους αυτούς πρόσφυγες. Η βία επομένως εναντίον τους ρίχνει "λάδι στη φωτιά. Δεν θα ωφελήσει κανέναν και κυρίως τους Ευρωπαίους.
4. Ορισμένοι πολιτικοί μιλούν για την αποτυχία της πολιτικής ενσωμάτωσης των μεταναστών. Η ΕΕ ωστόσο, επέδειξε ιδιαίτερη ανικανότητα στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Ουσιαστικά, δεν έπραξε το παραμικρό για να βοηθήσει ή και να καθοδηγήσει τις χώρες υποδοχής όπως η Ελλάδα στην φροντίδα και την ενσωμάτωση των μεταναστών. Οι λεγόμενοι "λαθρομετανάστες" αποτέλεσαν τους δούλους του 21ου αιώνα εξυπηρετώντας μια σειρά από παραγωγικούς τομείς κυρίως των ισχυρών χωρών. Και μην βιαστείτε να υποθέσετε ότι οι μετανάστες "΄ έκλεψαν τη δουλειά των ντόπιων῾ Οι φτωχοί αυτοί μετανάστες αναγκάστηκαν για ένα "ξεροκόμματο" να προσφέρουν κυρίως μαύρη εργασία, εμπόριο του δρόμου, λαθραία, και "μεροκάματο του τρόμου" κάτω από ανύπαρκτες συνθήκες υγιεινής αντιμετωπίζοντας για άλλη μια φορά την υποδούλωση που είχαν βιώσει στις χώρες καταγωγής τους. Το δουλεμπόριο αυτό ενίσχυσε τα κέρδη μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ την ίδια ώρα οι φιλελεύθερες κυβερνήσεις της ΕΕ αδυνατούσαν να συλλέξουν ασφάλιστρα και φόρους από αυτό το παγιωμένο καθεστώς ανασφάλιστης εργασίας.
Να λοιπόν γιατί η ΕΕ και η ΟΝΕ δεν πρόκειται να κάνουν τίποτα για τους μετανάστες. Δεν τους ενδιαφέρει ούτε το αυξανόμενο κύμα "νομιμοποιημένου ή ήπιου ρατσισμού" ούτε το πρόβλημα των επιδημιών που ξαναχτυπά την πόρτα των ισχυρών κρατών της Δύσης ούτε η εγκληματικότητα που υποβαθμίζει τη ζωή στα αστικά κέντρα. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα κέρδη και τα μερίσματα στο χρηματιστήριο, ακόμη και αν αυτά είναι ποτισμένα με τον ιδρώτα ανήλικων και εξαθλιωμένων ανθρώπων.
Όχι πως θα περιμέναμε τίποτε άλλο, ωστόσο είναι ιδιαίτερα προκλητική η αδιαφορία και ο ρατσισμός της επίσημης χριστιανικής εκκλησίας απέναντι στους φτωχούς συνανθρώπους μας από την Ασία και την Αφρική. Την ίδια ώρα που άνθρωποι και στην Ελλάδα πεθαίνουν από την πείνα και το κρύο οι ιεράρχες προτιμούν ασχολούνται με ακίνδυνες φιλανθρωπίες και μουσικές εκδηλώσεις. Η απάθεια τους απέναντι σε ανθρώπους που υποφέρουν και ψάχνουν να βρουν ασφαλές καταφύγιο από τον πόλεμο και την πείνα αποδεικνύει για άλλη μια φορά την ιστορική συνεισφορά του εκκλησιαστικού συστήματος εξουσίας κυρίως να φτιάχνει "διαχωρισμούς" ανάμεσα στους ανθρώπους και λιγότερο να ενώνει.
1ο Οι καραβιές των εξαθλιωμένων δεν θα σταματήσουν όσα τείχη και αν υψώνονται. Όσο οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους επιβάλλουν τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις τους ανά την υφήλιο, τόσο θα ενισχύονται τα μεταναστευτικά κύματα.
2ο Όσο οι πιο ισχυρές οικονομικά χώρες της Ευρώπης αδιαφορούν για τους μετανάστες και στρουθοκαμηλίζουν οργανώνοντας ναζιστικού τύπου διωγμούς το πρόβλημα σαν πληγή που χύνει πύον θα χειροτερεύει.
3ο Οι μετανάστες σύντομα θα κατακλύσουν την Ευρώπη. Ο πληθυσμός της "γηραιάς ηπείρου" μειονεκτεί αριθμητικά. Οι μελλοντικές επαναστάσεις θα έχουν κατά πως φαίνεται πρωταγωνιστές τους εξαθλιωμένους και ξεριζωμένους αυτούς πρόσφυγες. Η βία επομένως εναντίον τους ρίχνει "λάδι στη φωτιά. Δεν θα ωφελήσει κανέναν και κυρίως τους Ευρωπαίους.
4. Ορισμένοι πολιτικοί μιλούν για την αποτυχία της πολιτικής ενσωμάτωσης των μεταναστών. Η ΕΕ ωστόσο, επέδειξε ιδιαίτερη ανικανότητα στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Ουσιαστικά, δεν έπραξε το παραμικρό για να βοηθήσει ή και να καθοδηγήσει τις χώρες υποδοχής όπως η Ελλάδα στην φροντίδα και την ενσωμάτωση των μεταναστών. Οι λεγόμενοι "λαθρομετανάστες" αποτέλεσαν τους δούλους του 21ου αιώνα εξυπηρετώντας μια σειρά από παραγωγικούς τομείς κυρίως των ισχυρών χωρών. Και μην βιαστείτε να υποθέσετε ότι οι μετανάστες "΄ έκλεψαν τη δουλειά των ντόπιων῾ Οι φτωχοί αυτοί μετανάστες αναγκάστηκαν για ένα "ξεροκόμματο" να προσφέρουν κυρίως μαύρη εργασία, εμπόριο του δρόμου, λαθραία, και "μεροκάματο του τρόμου" κάτω από ανύπαρκτες συνθήκες υγιεινής αντιμετωπίζοντας για άλλη μια φορά την υποδούλωση που είχαν βιώσει στις χώρες καταγωγής τους. Το δουλεμπόριο αυτό ενίσχυσε τα κέρδη μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ την ίδια ώρα οι φιλελεύθερες κυβερνήσεις της ΕΕ αδυνατούσαν να συλλέξουν ασφάλιστρα και φόρους από αυτό το παγιωμένο καθεστώς ανασφάλιστης εργασίας.
Να λοιπόν γιατί η ΕΕ και η ΟΝΕ δεν πρόκειται να κάνουν τίποτα για τους μετανάστες. Δεν τους ενδιαφέρει ούτε το αυξανόμενο κύμα "νομιμοποιημένου ή ήπιου ρατσισμού" ούτε το πρόβλημα των επιδημιών που ξαναχτυπά την πόρτα των ισχυρών κρατών της Δύσης ούτε η εγκληματικότητα που υποβαθμίζει τη ζωή στα αστικά κέντρα. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα κέρδη και τα μερίσματα στο χρηματιστήριο, ακόμη και αν αυτά είναι ποτισμένα με τον ιδρώτα ανήλικων και εξαθλιωμένων ανθρώπων.
Όχι πως θα περιμέναμε τίποτε άλλο, ωστόσο είναι ιδιαίτερα προκλητική η αδιαφορία και ο ρατσισμός της επίσημης χριστιανικής εκκλησίας απέναντι στους φτωχούς συνανθρώπους μας από την Ασία και την Αφρική. Την ίδια ώρα που άνθρωποι και στην Ελλάδα πεθαίνουν από την πείνα και το κρύο οι ιεράρχες προτιμούν ασχολούνται με ακίνδυνες φιλανθρωπίες και μουσικές εκδηλώσεις. Η απάθεια τους απέναντι σε ανθρώπους που υποφέρουν και ψάχνουν να βρουν ασφαλές καταφύγιο από τον πόλεμο και την πείνα αποδεικνύει για άλλη μια φορά την ιστορική συνεισφορά του εκκλησιαστικού συστήματος εξουσίας κυρίως να φτιάχνει "διαχωρισμούς" ανάμεσα στους ανθρώπους και λιγότερο να ενώνει.
Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011
Δικαίωμα στον αναλφαβητισμό
Πίσω από βαρύγδουπες εκφράσεις όπως «αυτομόρφωση», «δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση», «κοινωνία της πληροφορίας», κρύβεται η φιλοσοφία του εκπαιδευτικού φιλελευθερισμού. Στα πρότυπα, δηλαδή, του ανεξέλεγκτου οικονομικού ανταγωνισμού διαμορφώνεται μια μορφωτική και εκπαιδευτική πραγματικότητα, που υπάγεται πλήρως στους νόμους της κυριαρχίας του ισχυρότερου και χτίζει μια κοινωνία ανισοτήτων και αποκλεισμών.
Βέβαια, όπως το οικονομικό μοντέλο των οικονομολόγων διαφωτιστών ήταν επηρεασμένο από την πολιτική ιδεολογία και τα συμφέροντα της αγγλικής αστικής τάξης, έτσι και ο εκπαιδευτικός αυτός ατομισμός, η προάσπιση δηλαδή του δικαιώματος του ατόμου στην επιλογή των μορφωτικών αντικειμένων και όχι στη κρατική στήριξη ενός βασικού εκπαιδευτικού προγράμματος στηρίζεται πρώτιστα στην σύγχρονη συγκεντρωτική δημοκρατία των υπερεθνικών οργανισμών ( ΕΕ, NAFTA) , όπου η πολιτική φαίνεται να είναι μια κλειστή διεργασία, που ελέγχεται αποκλειστικά από ντόπιες και υπερεθνικές ελίτ. Η πλειονότητα του πληθυσμού επομένως, δεν χρειάζεται να μορφωθεί επαρκώς , αφού έτσι και αλλιώς κάτι τέτοιο χρειάζεται γενναία ψυχοπαιδαγωγική υποστήριξη, αφόρητη πολυτέλεια για το σύγχρονο « κράτος παρία» των πολυεθνικών.
Το νέο αυτό σχολείο σε όλες τις βαθμίδες του προσφέρει στοιχειώδεις γνώσεις ανάλογα με τα ηλικιακά χαρακτηριστικά του κάθε μαθητή ίσα ίσα, για να μπορεί ο αυριανός πολίτης να συνεννοείται στη μητρική του γλώσσα ή στην αγγλική. Τα υπόλοιπα γνωστικά εφόδια θα επιλεγούν από τον ίδιο τον μαθητή στην πορεία του στο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι υποστηρικτές της δραστικής μείωσης της εγκυκλίου μόρφωσης ισχυρίζονται ότι λιγότερη γνώση σημαίνει δημιουργική γνώση αλλά και περισσότερη κατανόηση. Ωστόσο αγνοούν το γεγονός ότι ένα παιδί ή και ένας γονιός που συχνά δεν είναι καν επιστήμονας καλούνται να αποφασίσουν για το καίριο επιστημολογικό ερώτημα ποια γνώση είναι η πιο σημαντική σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας. Αποτέλεσμα αυτής της παρανόησης είναι το σχολείο να μετατρέπεται σε εντευκτήριο δεξιοτήτων, αγοραίας προβολής της εκάστοτε επιστημονικής περιοχής (οικονομικά, πληροφορική) και εξίσωσης του πολιτισμικού τομέα με τον επιστημονικό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το θέατρο και ο χορός ή η ζωγραφική ως επιλεγόμενα αντικείμενα αποκτούν ίση βαρύτητα με την Ιστορία, τα Θρησκευτικά και την Κοινωνιολογία.
Η εκπαίδευση επομένως υποβαθμίζεται ως φορέας μόρφωσης, παιδείας και γενικότερης αγωγής. Η οικογένεια, αντίθετα, και το γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον μετατρέπονται σε αποκλειστικούς διαμορφωτές και εκτιμητές της γνωστικής κατάρτισης του μαθητή. Η μέση οικογένεια μέσα από την υπερεντατικοποίηση της εργασίας, την έλλειψη του ελεύθερου χρόνου, τα οικονομικά προβλήματα καλείται να λύσει και το γόρδιο δεσμό όχι μόνο της διαπαιδαγώγησης αλλά και της ίδιας της μόρφωσης του παιδιού. Ο αντισταθμιστικός ρόλος της δημόσιας παιδείας εγκαταλείπεται, ενώ ο κηδεμόνας αναλαμβάνει να ωθήσει το νεαρό μαθητή σε απαιτητικές ή σε πιο "εύκολες" και ακίνδυνες ατραπούς του σχολικού προγράμματος. Το πολιτικό υπόβαθρο της οικογένειας θα παίξει και αυτό το ρόλο του, όπως και το θρησκευτικό ή εθνοτικό στοιχείο εξοβελίζοντας από το μορφωτικό πλαίσιο γνώσεις που δεν συνάδουν με την ιδιαίτερη ταυτότητα της οικογένειας. Στο όνομα της ατομικής επιλογής και των ατομικών δικαιωμάτων ο μαθητής θα χαράξει βαθιά την προσωπική του πορεία στη ζωή με τον κίνδυνο να καταστεί μελλοντικά ανίκανος να παρακολουθήσει τις εργασιακές αλλά και πολιτικές εξελίξεις της εποχής.
Η ίδια η επιστημονική γνώση, επίσης, χάνει το επιστημολογικό και μορφωτικό της κύρος και εμφανίζεται ως πληροφορία με ημερομηνία λήξης. Ως τέτοια είναι εύκολο να ελεγχθεί και να διαστρεβλωθεί από κατευθυνόμενες επιστημονικές ομάδες ή ακόμη και από μέσα ενημέρωσης ή ψυχαγωγίας. Τη σύγχυση εντείνει παρά ξεκαθαρίζει η κυριαρχία της εικόνας που μπορεί με την κατάλληλη χρήση να παρασύρει σε παρερμηνείες και αντικοινωνικές συμπεριφορές, όπως μηδενισμό, ξενοφοβία, άκαιρους συμψηφισμούς ακόμη και ρατσισμό.
Παρόμοια, στο χώρο των θετικών επιστημών το ημιμαθές «κοινό- καταναλωτής» εμφανίζεται πιο ευάλωτο σε επιστημονικά πυροτεχνήματα, σε δήθεν, δηλαδή, επιστημονικά επιτεύγματα που συνιστούν ή κατακεραυνώνουν τον καφέ, τη δίαιτα, την παρακολούθηση ειδήσεων ή και άλλες καθημερινές συνήθειες και τα συσχετίζουν χωρίς επαρκή πειραματικά δεδομένα με καρδιακές παθήσεις, κρίσεις άγχους ή και ορμονικές δυσλειτουργίες.
Πίσω λοιπόν, από το δήθεν δικαίωμα στην επιλογή της μόρφωσης κρύβεται ο κίνδυνος η εκπαίδευση να μείνει αμέτοχη στον μορφωτικό κατήφορο μιας ολόκληρης κοινότητας, εάν οι μαθητές της επιλέξουν να διδάσκονται "ό,τι τους αρέσει" .
To «φιλελεύθερο» αυτό σχολείο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι απευθύνεται και σε όλα τα γνωστικά επίπεδα ή ότι δεν διαμορφώνει αξεπέραστα εμπόδια στην μαθησιακή διαδικασία. Αν πάρουμε ως παράδειγμα την εφαρμογή του στις ΗΠΑ βλέπει κανείς ένα στείρο εξεταστικοκεντρικό και βαθμοθηρικό σύστημα, που θέτει φραγμούς στα παιδιά που προέρχονται από τις φτωχότερες τάξεις. Το ανταγωνιστικό στοιχείο είναι εμφανές και ωθεί συχνά σε εγκληματικές πράξεις, σε πόλεμο συμμοριών ή και σε νεοπουριτανικά φαινόμενα , όπως επιβολή ποινών για «ανάρμοστη εμφάνιση» ή έντονη σεξουαλικότητα.
Είναι φανερό, επομένως, το γεγονός ότι τέτοια σχολεία που ευδοκιμούν κυρίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο όχι μόνο δεν μορφώνουν, αλλά και δεν βοηθούν στην καλλιέργεια υγειών κοινωνικών συμπεριφορών. Ευνοούν αντίθετα την αριστεία με την έννοια της πρωτιάς σε διαγωνισμούς και όχι της άμιλλας, κλείνουν τα μάτια στο νταηλίκι (bullying) και αδιαφορούν για μαθητές που λόγω κυρίως οικονομικών ή οικογενειακών προβλημάτων δεν μπορούν να συμβαδίσουν με τις γνωστικές απαιτήσεις του σχολείου.
Τέτοιες κοινωνικές σχέσεις οδηγούν συχνά σε παραβατικές πράξεις, συμπλοκές ή και περιθωριοποίηση πολλών νέων, που νιώθουν εκτός σχολικής πραγματικότητας. Τα τελευταία 20 χρόνια τα φαινόμενα ένοπλης βίας στα αμερικάνικα σχολεία έχουν πολλαπλασιαστεί ενδεικτικό στοιχείο της ανικανότητας του σχολείου να επέμβει σε φαινόμενα ρατσισμού, κοινωνικού αποκλεισμού ή βίας.
Βέβαια, όπως το οικονομικό μοντέλο των οικονομολόγων διαφωτιστών ήταν επηρεασμένο από την πολιτική ιδεολογία και τα συμφέροντα της αγγλικής αστικής τάξης, έτσι και ο εκπαιδευτικός αυτός ατομισμός, η προάσπιση δηλαδή του δικαιώματος του ατόμου στην επιλογή των μορφωτικών αντικειμένων και όχι στη κρατική στήριξη ενός βασικού εκπαιδευτικού προγράμματος στηρίζεται πρώτιστα στην σύγχρονη συγκεντρωτική δημοκρατία των υπερεθνικών οργανισμών ( ΕΕ, NAFTA) , όπου η πολιτική φαίνεται να είναι μια κλειστή διεργασία, που ελέγχεται αποκλειστικά από ντόπιες και υπερεθνικές ελίτ. Η πλειονότητα του πληθυσμού επομένως, δεν χρειάζεται να μορφωθεί επαρκώς , αφού έτσι και αλλιώς κάτι τέτοιο χρειάζεται γενναία ψυχοπαιδαγωγική υποστήριξη, αφόρητη πολυτέλεια για το σύγχρονο « κράτος παρία» των πολυεθνικών.
Το νέο αυτό σχολείο σε όλες τις βαθμίδες του προσφέρει στοιχειώδεις γνώσεις ανάλογα με τα ηλικιακά χαρακτηριστικά του κάθε μαθητή ίσα ίσα, για να μπορεί ο αυριανός πολίτης να συνεννοείται στη μητρική του γλώσσα ή στην αγγλική. Τα υπόλοιπα γνωστικά εφόδια θα επιλεγούν από τον ίδιο τον μαθητή στην πορεία του στο εκπαιδευτικό σύστημα. Οι υποστηρικτές της δραστικής μείωσης της εγκυκλίου μόρφωσης ισχυρίζονται ότι λιγότερη γνώση σημαίνει δημιουργική γνώση αλλά και περισσότερη κατανόηση. Ωστόσο αγνοούν το γεγονός ότι ένα παιδί ή και ένας γονιός που συχνά δεν είναι καν επιστήμονας καλούνται να αποφασίσουν για το καίριο επιστημολογικό ερώτημα ποια γνώση είναι η πιο σημαντική σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας. Αποτέλεσμα αυτής της παρανόησης είναι το σχολείο να μετατρέπεται σε εντευκτήριο δεξιοτήτων, αγοραίας προβολής της εκάστοτε επιστημονικής περιοχής (οικονομικά, πληροφορική) και εξίσωσης του πολιτισμικού τομέα με τον επιστημονικό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το θέατρο και ο χορός ή η ζωγραφική ως επιλεγόμενα αντικείμενα αποκτούν ίση βαρύτητα με την Ιστορία, τα Θρησκευτικά και την Κοινωνιολογία.
Η εκπαίδευση επομένως υποβαθμίζεται ως φορέας μόρφωσης, παιδείας και γενικότερης αγωγής. Η οικογένεια, αντίθετα, και το γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον μετατρέπονται σε αποκλειστικούς διαμορφωτές και εκτιμητές της γνωστικής κατάρτισης του μαθητή. Η μέση οικογένεια μέσα από την υπερεντατικοποίηση της εργασίας, την έλλειψη του ελεύθερου χρόνου, τα οικονομικά προβλήματα καλείται να λύσει και το γόρδιο δεσμό όχι μόνο της διαπαιδαγώγησης αλλά και της ίδιας της μόρφωσης του παιδιού. Ο αντισταθμιστικός ρόλος της δημόσιας παιδείας εγκαταλείπεται, ενώ ο κηδεμόνας αναλαμβάνει να ωθήσει το νεαρό μαθητή σε απαιτητικές ή σε πιο "εύκολες" και ακίνδυνες ατραπούς του σχολικού προγράμματος. Το πολιτικό υπόβαθρο της οικογένειας θα παίξει και αυτό το ρόλο του, όπως και το θρησκευτικό ή εθνοτικό στοιχείο εξοβελίζοντας από το μορφωτικό πλαίσιο γνώσεις που δεν συνάδουν με την ιδιαίτερη ταυτότητα της οικογένειας. Στο όνομα της ατομικής επιλογής και των ατομικών δικαιωμάτων ο μαθητής θα χαράξει βαθιά την προσωπική του πορεία στη ζωή με τον κίνδυνο να καταστεί μελλοντικά ανίκανος να παρακολουθήσει τις εργασιακές αλλά και πολιτικές εξελίξεις της εποχής.
Η ίδια η επιστημονική γνώση, επίσης, χάνει το επιστημολογικό και μορφωτικό της κύρος και εμφανίζεται ως πληροφορία με ημερομηνία λήξης. Ως τέτοια είναι εύκολο να ελεγχθεί και να διαστρεβλωθεί από κατευθυνόμενες επιστημονικές ομάδες ή ακόμη και από μέσα ενημέρωσης ή ψυχαγωγίας. Τη σύγχυση εντείνει παρά ξεκαθαρίζει η κυριαρχία της εικόνας που μπορεί με την κατάλληλη χρήση να παρασύρει σε παρερμηνείες και αντικοινωνικές συμπεριφορές, όπως μηδενισμό, ξενοφοβία, άκαιρους συμψηφισμούς ακόμη και ρατσισμό.
Παρόμοια, στο χώρο των θετικών επιστημών το ημιμαθές «κοινό- καταναλωτής» εμφανίζεται πιο ευάλωτο σε επιστημονικά πυροτεχνήματα, σε δήθεν, δηλαδή, επιστημονικά επιτεύγματα που συνιστούν ή κατακεραυνώνουν τον καφέ, τη δίαιτα, την παρακολούθηση ειδήσεων ή και άλλες καθημερινές συνήθειες και τα συσχετίζουν χωρίς επαρκή πειραματικά δεδομένα με καρδιακές παθήσεις, κρίσεις άγχους ή και ορμονικές δυσλειτουργίες.
Πίσω λοιπόν, από το δήθεν δικαίωμα στην επιλογή της μόρφωσης κρύβεται ο κίνδυνος η εκπαίδευση να μείνει αμέτοχη στον μορφωτικό κατήφορο μιας ολόκληρης κοινότητας, εάν οι μαθητές της επιλέξουν να διδάσκονται "ό,τι τους αρέσει" .
To «φιλελεύθερο» αυτό σχολείο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι απευθύνεται και σε όλα τα γνωστικά επίπεδα ή ότι δεν διαμορφώνει αξεπέραστα εμπόδια στην μαθησιακή διαδικασία. Αν πάρουμε ως παράδειγμα την εφαρμογή του στις ΗΠΑ βλέπει κανείς ένα στείρο εξεταστικοκεντρικό και βαθμοθηρικό σύστημα, που θέτει φραγμούς στα παιδιά που προέρχονται από τις φτωχότερες τάξεις. Το ανταγωνιστικό στοιχείο είναι εμφανές και ωθεί συχνά σε εγκληματικές πράξεις, σε πόλεμο συμμοριών ή και σε νεοπουριτανικά φαινόμενα , όπως επιβολή ποινών για «ανάρμοστη εμφάνιση» ή έντονη σεξουαλικότητα.
Είναι φανερό, επομένως, το γεγονός ότι τέτοια σχολεία που ευδοκιμούν κυρίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο όχι μόνο δεν μορφώνουν, αλλά και δεν βοηθούν στην καλλιέργεια υγειών κοινωνικών συμπεριφορών. Ευνοούν αντίθετα την αριστεία με την έννοια της πρωτιάς σε διαγωνισμούς και όχι της άμιλλας, κλείνουν τα μάτια στο νταηλίκι (bullying) και αδιαφορούν για μαθητές που λόγω κυρίως οικονομικών ή οικογενειακών προβλημάτων δεν μπορούν να συμβαδίσουν με τις γνωστικές απαιτήσεις του σχολείου.
Τέτοιες κοινωνικές σχέσεις οδηγούν συχνά σε παραβατικές πράξεις, συμπλοκές ή και περιθωριοποίηση πολλών νέων, που νιώθουν εκτός σχολικής πραγματικότητας. Τα τελευταία 20 χρόνια τα φαινόμενα ένοπλης βίας στα αμερικάνικα σχολεία έχουν πολλαπλασιαστεί ενδεικτικό στοιχείο της ανικανότητας του σχολείου να επέμβει σε φαινόμενα ρατσισμού, κοινωνικού αποκλεισμού ή βίας.
Ετικέτες
Δικαίωμα στον αναλφαβητισμό
Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011
Ο φασισμός υπό το πρίσμα του ιστορικού ηθικισμού
Τα τελευταία χρόνια περισπούδαστοι Έλληνες ιστορικοί σε αγαστή συνεργασία με τον οργανισμό «Euroclio» και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προσπαθούν να πείσουν την ελληνική κοινή γνώμη ότι ο ολοκληρωτισμός του μεσοπολέμου (1920-1940) εκδηλώθηκε με δύο μορφές , τον Φασισμό- Ναζισμό και τον Κομμουνισμό-Σταλινισμό. Ως μέτρο σύγκρισης θέτουν την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία της Ευρώπης και θεωρούν ότι οποιαδήποτε κίνημα απομάκρυνσης από τις βασικές ιδέες της συνιστούσε προσπάθεια ανατροπής της δημοκρατικής τάξης. Τη θέση τους περί κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού την στηρίζουν στα εξής επιχειρήματα :
• Ο πολιτικός ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Ιωσήφ Στάλιν (1923-1953) κυβέρνησε αυταρχικά και εκτόπισε ή καταδίωξε τους πολιτικούς του αντιπάλους, όπως άλλωστε και οι Χίτλερ και Μουσολίνι .
• Ο Φασισμός , όπως και ο Κομμουνισμός ξεκίνησαν από την υποστήριξη των εργατικών και συνδικαλιστικών ενώσεων.
• Και οι δύο αυτοί «ολοκληρωτισμοί» χρησιμοποίησαν τη βία κατά την άσκηση της εξουσίας και κατάργησαν τα κόμματα και το κοινοβούλιο.
• Στο όνομα της ενσωμάτωσης των εθνικών, θρησκευτικών , φυλετικών μειονοτήτων επεδίωξαν τη γενοκτονία ή και την εξαφάνιση οποιαδήποτε πολιτιστικού στοιχείου που διέκρινε την εκάστοτε μειονότητα από τον κυρίαρχο έθνος – κράτος.
• Ο ολοκληρωτισμός του μεσοπολέμου και με τις δύο εκδηλώσεις του μετέτρεψε την ηγετική προσωπικότητα σε είδωλο λατρείας και χρησιμοποίησε την προπαγάνδα, για να κινητοποιήσει τις μάζες προς την ευόδωση κυρίως των ιδεολογικών στόχων.
• Εμπόδισε επίσης την ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα και έθεσε το κράτος στο ρόλο του εργοδότη υποστηρίζοντας τον προστατευτισμό και την συγκρότηση κλειστών οικονομικών συστημάτων.
Παραμερίζοντας τα προφανή ιδεολογικά και πολιτικά κίνητρα του αναθεωρητισμού αυτού θα προσπαθήσουμε να θίξουμε την ουσία της ιδιαιτερότητας τόσο του φασισμού όσο και του κομμουνισμού του μεσοπολέμου.
Ο κομμουνισμός ως ιδεολογία όπως εκτέθηκε στα γραπτά του Κάρολου Μαρξ προτείνει ένα πολιτικό σχέδιο με βασικό στόχο την αταξική κοινωνία . Το πρώτο στάδιο αυτού του σχεδίου είναι η εργατική εξουσία που θα προκύψει μέσα από την επαναστατική διαδικασία. Η κατάληψη της εξουσίας στη Ρωσία, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις σε άλλες χώρες, όπως το Μεξικό, την Κούβα, την Κίνα σήμαινε και την εγκαθίδρυση ενός συγκεντρωτικού επαναστατικού κράτους που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει πολιτικά αλλά και στρατιωτικά πλήθος υπαρκτών εσωτερικών και εξωτερικών αντιπάλων. Συγκεκριμένα το σοβιετικό καθεστώς μέχρι το 1923 είχε να αντιμετωπίσει τόσο τις δυνάμεις της Αντάντ όσο και ισχυρά φιλοτσαρικά στρατεύματα. Επίσης είναι γεγονός ότι και εντός του κόλπου των σοβιετικών (μπολσεβίκων) υπήρχαν αρκετοί που έλπιζαν σε ανατροπή του καθεστώτος και πρότειναν ριζικά διαφορετική οικονομική και πολιτική οργάνωση. Αν συνυπολογίσουμε την σφοδρή αντίδραση στην κολεκτιβοποίηση μπορεί να καταλάβει κανείς εύκολα ότι οι πρώτες δεκαετίες της κομμουνιστικής εξουσίας σημαδεύτηκαν συχνά από αιματηρά γεγονότα, σφοδρές μάχες αλλά και αρκετές συνομωσίες. Όπως είχε πει κάποτε ο Κινέζος ηγέτης Μάο «η επανάσταση δεν είναι πρόσκληση σε δείπνο και φιλοφρονήσεις. Είναι μια πράξη υπέρτατης βίας ». Επανάσταση σημαίνει ρήξη και σύγκρουση με ριζωμένους θεσμούς, που αρνούνται να βάλουν το κοινό συμφέρον πάνω από το ατομικό. Κατακρίνοντας επομένως, με ηθικά και μόνο κριτήρια τη βίαιη καταστολή ενός αντεπαναστατικού κινήματος οι οπαδοί της «ολοκληρωτικής άποψης» θέτουν τις ιστορικές συνθήκες αλλά και την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, της πείνας και την οργάνωση ενός τεράστιου αγροτικού κράτους σε βιομηχανική δύναμη σε δεύτερη μοίρα.
Οι ιστορικοί αυτοί αγνοούν ότι η δικτατορία του μεσοπολέμου, ξεκινά από διαφορετικά ιδεολογικά και πολιτικά ερείσματα. Τόσο ο ναζισμός, όσο και ο ιταλικός ή ισπανικός φασισμός στηρίχτηκαν από το θρησκευτικοπολιτικό κατεστημένο των χωρών τους. Προβλήθηκαν μάλιστα συχνά από πολιτικούς, μοναρχικούς, στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς και εφοπλιστικούς κύκλους, ως μια ακραία αλλά απαραίτητη αντίδραση απέναντι στην εκλογική άνοδο σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων. Η χρεοκοπημένη άλλωστε, αστική δημοκρατία όχι μόνο δεν αντέδρασε στο φασιστικό φαινόμενο, αλλά το στήριξε πολιτικά και άνοιξε το δρόμο για την επιβολή του , όπως φαίνεται και στο παράδειγμα του καθεστώτος της 4η Αυγούστου. Ο Χίτλερ εκλέχτηκε με δημοκρατικές εκλογές, όπως και ο Μουσολίνι. Ο Φράνκο της Ισπανίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εξαίρεση αλλά και σ’ αυτήν τη περίπτωση είναι γνωστή η στήριξη του από τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και η ανοχή που επέδειξαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες απέναντι στα δεινά που υπέστησαν οι ισπανοί δημοκράτες.
Ιδεολογικά, τα βασικά συστατικά στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας υπήρξαν ο στρεβλός ανθρωπισμός, το ιμπεριαλιστικό ιδεώδες που διακρίνει σε ανθρώπους και υπανθρώπους, όπως και η προγονολατρεία, για να στηριχτεί ο σωβινισμός και η ανωτερότητα απέναντι σε άλλα κράτη ή μειονότητες. Ο αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας του φασισμού είναι πολύ επιφανειακός και λαϊκίστικος και εξαντλείται σε βερμπαλιστικές διακηρύξεις. Σε κανένα δικτατορικό κράτος δεν ενισχύθηκε ουσιαστικά το επίπεδο ζωής της εργατικής τάξης. Αντίθετα, τόσο η παιδεία όσο και η υγεία υποβαθμίστηκαν , η τελευταία κυρίως μέσω των μακροχρόνων πολεμικών εκστρατειών πριν και κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η προπαγάνδα, επίσης, του φασισμού πρόταξε τον ηγέτη οδηγό με υπερφυσικές και μυστικιστικές ικανότητες. Πρόβαλε προγονικές δόξες (ρωμαϊκή αυτοκρατορία) και ενοποίησε το έθνος απέναντι σε έναν κοινό στόχο. («Μία Γερμανία. Ένας ηγέτης») Ο πατερναλισμός, ωστόσο, αυτός συγκάλυψε και δεν επέλυσε τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα του μεσοπολέμου. Αντίθετα, στην κομμουνιστική ιδεολογία ο ηγέτης θεωρείται μία από τις κοινωνικές δυνάμεις που συντελούν στην κοινωνική εξέλιξη. Ο κομμουνιστής ηγέτης οφείλει να διατηρήσει και να συνεχίσει την προσπάθεια προς την σοσιαλιστική κοινωνία.
Αλλά και στον οικονομικό τομέα, η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι γνωστό ότι αντιμετωπίστηκε και στη «δημοκρατική» δύση με «εθνικές» πολιτικές και ευρύ προστατευτισμό, κάτι που στη Σοβιετική Ένωση είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και πιο ριζοσπαστικά. Το πολεμικό κλίμα άλλωστε μεταξύ της Αντάντ και της Σοβιετικής Ένωσης δεν επέτρεπε εμπορικές ανταλλαγές. Τα φασιστικά καθεστώτα από την άλλη πλευρά προσπάθησαν να λύσουν το οικονομικό αδιέξοδο με εξοπλιστικά προγράμματα, εφάρμοσαν τρομοκρατία αλλά τη χειραγώγηση στις εργατικές ενώσεις και έδωσαν περιθώρια ασυδοσίας στο ντόπιο και διεθνές επιχειρηματικό κεφάλαιο.
Είναι επίσης γνωστό ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν μια ομοσπονδία 24 κρατών με ιδιαίτερες συχνά εθνολογικές υποστάσεις. Σε αντίθεση με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις γενοκτονίες των Ιταλών στην Αβησσυνία και την Κροατία αλλά και το ευγονικό όραμα του Χίτλερ, στο κομμουνιστικό καθεστώς καμία φυλή ή έθνος δεν καταδιώχτηκε για την πολιτισμική και εθνολογική του υπόσταση. Μεγάλες προσωπικότητες στην πολιτική και την επιστήμη κατάγονταν από διάφορες ρωσικές δημοκρατίες και έφεραν τα ιδιαίτερα στοιχεία της καταγωγής τους.
• Ο πολιτικός ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης Ιωσήφ Στάλιν (1923-1953) κυβέρνησε αυταρχικά και εκτόπισε ή καταδίωξε τους πολιτικούς του αντιπάλους, όπως άλλωστε και οι Χίτλερ και Μουσολίνι .
• Ο Φασισμός , όπως και ο Κομμουνισμός ξεκίνησαν από την υποστήριξη των εργατικών και συνδικαλιστικών ενώσεων.
• Και οι δύο αυτοί «ολοκληρωτισμοί» χρησιμοποίησαν τη βία κατά την άσκηση της εξουσίας και κατάργησαν τα κόμματα και το κοινοβούλιο.
• Στο όνομα της ενσωμάτωσης των εθνικών, θρησκευτικών , φυλετικών μειονοτήτων επεδίωξαν τη γενοκτονία ή και την εξαφάνιση οποιαδήποτε πολιτιστικού στοιχείου που διέκρινε την εκάστοτε μειονότητα από τον κυρίαρχο έθνος – κράτος.
• Ο ολοκληρωτισμός του μεσοπολέμου και με τις δύο εκδηλώσεις του μετέτρεψε την ηγετική προσωπικότητα σε είδωλο λατρείας και χρησιμοποίησε την προπαγάνδα, για να κινητοποιήσει τις μάζες προς την ευόδωση κυρίως των ιδεολογικών στόχων.
• Εμπόδισε επίσης την ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα και έθεσε το κράτος στο ρόλο του εργοδότη υποστηρίζοντας τον προστατευτισμό και την συγκρότηση κλειστών οικονομικών συστημάτων.
Παραμερίζοντας τα προφανή ιδεολογικά και πολιτικά κίνητρα του αναθεωρητισμού αυτού θα προσπαθήσουμε να θίξουμε την ουσία της ιδιαιτερότητας τόσο του φασισμού όσο και του κομμουνισμού του μεσοπολέμου.
Ο κομμουνισμός ως ιδεολογία όπως εκτέθηκε στα γραπτά του Κάρολου Μαρξ προτείνει ένα πολιτικό σχέδιο με βασικό στόχο την αταξική κοινωνία . Το πρώτο στάδιο αυτού του σχεδίου είναι η εργατική εξουσία που θα προκύψει μέσα από την επαναστατική διαδικασία. Η κατάληψη της εξουσίας στη Ρωσία, όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις σε άλλες χώρες, όπως το Μεξικό, την Κούβα, την Κίνα σήμαινε και την εγκαθίδρυση ενός συγκεντρωτικού επαναστατικού κράτους που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει πολιτικά αλλά και στρατιωτικά πλήθος υπαρκτών εσωτερικών και εξωτερικών αντιπάλων. Συγκεκριμένα το σοβιετικό καθεστώς μέχρι το 1923 είχε να αντιμετωπίσει τόσο τις δυνάμεις της Αντάντ όσο και ισχυρά φιλοτσαρικά στρατεύματα. Επίσης είναι γεγονός ότι και εντός του κόλπου των σοβιετικών (μπολσεβίκων) υπήρχαν αρκετοί που έλπιζαν σε ανατροπή του καθεστώτος και πρότειναν ριζικά διαφορετική οικονομική και πολιτική οργάνωση. Αν συνυπολογίσουμε την σφοδρή αντίδραση στην κολεκτιβοποίηση μπορεί να καταλάβει κανείς εύκολα ότι οι πρώτες δεκαετίες της κομμουνιστικής εξουσίας σημαδεύτηκαν συχνά από αιματηρά γεγονότα, σφοδρές μάχες αλλά και αρκετές συνομωσίες. Όπως είχε πει κάποτε ο Κινέζος ηγέτης Μάο «η επανάσταση δεν είναι πρόσκληση σε δείπνο και φιλοφρονήσεις. Είναι μια πράξη υπέρτατης βίας ». Επανάσταση σημαίνει ρήξη και σύγκρουση με ριζωμένους θεσμούς, που αρνούνται να βάλουν το κοινό συμφέρον πάνω από το ατομικό. Κατακρίνοντας επομένως, με ηθικά και μόνο κριτήρια τη βίαιη καταστολή ενός αντεπαναστατικού κινήματος οι οπαδοί της «ολοκληρωτικής άποψης» θέτουν τις ιστορικές συνθήκες αλλά και την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, της πείνας και την οργάνωση ενός τεράστιου αγροτικού κράτους σε βιομηχανική δύναμη σε δεύτερη μοίρα.
Οι ιστορικοί αυτοί αγνοούν ότι η δικτατορία του μεσοπολέμου, ξεκινά από διαφορετικά ιδεολογικά και πολιτικά ερείσματα. Τόσο ο ναζισμός, όσο και ο ιταλικός ή ισπανικός φασισμός στηρίχτηκαν από το θρησκευτικοπολιτικό κατεστημένο των χωρών τους. Προβλήθηκαν μάλιστα συχνά από πολιτικούς, μοναρχικούς, στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς και εφοπλιστικούς κύκλους, ως μια ακραία αλλά απαραίτητη αντίδραση απέναντι στην εκλογική άνοδο σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων. Η χρεοκοπημένη άλλωστε, αστική δημοκρατία όχι μόνο δεν αντέδρασε στο φασιστικό φαινόμενο, αλλά το στήριξε πολιτικά και άνοιξε το δρόμο για την επιβολή του , όπως φαίνεται και στο παράδειγμα του καθεστώτος της 4η Αυγούστου. Ο Χίτλερ εκλέχτηκε με δημοκρατικές εκλογές, όπως και ο Μουσολίνι. Ο Φράνκο της Ισπανίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εξαίρεση αλλά και σ’ αυτήν τη περίπτωση είναι γνωστή η στήριξη του από τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και η ανοχή που επέδειξαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες απέναντι στα δεινά που υπέστησαν οι ισπανοί δημοκράτες.
Ιδεολογικά, τα βασικά συστατικά στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας υπήρξαν ο στρεβλός ανθρωπισμός, το ιμπεριαλιστικό ιδεώδες που διακρίνει σε ανθρώπους και υπανθρώπους, όπως και η προγονολατρεία, για να στηριχτεί ο σωβινισμός και η ανωτερότητα απέναντι σε άλλα κράτη ή μειονότητες. Ο αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας του φασισμού είναι πολύ επιφανειακός και λαϊκίστικος και εξαντλείται σε βερμπαλιστικές διακηρύξεις. Σε κανένα δικτατορικό κράτος δεν ενισχύθηκε ουσιαστικά το επίπεδο ζωής της εργατικής τάξης. Αντίθετα, τόσο η παιδεία όσο και η υγεία υποβαθμίστηκαν , η τελευταία κυρίως μέσω των μακροχρόνων πολεμικών εκστρατειών πριν και κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η προπαγάνδα, επίσης, του φασισμού πρόταξε τον ηγέτη οδηγό με υπερφυσικές και μυστικιστικές ικανότητες. Πρόβαλε προγονικές δόξες (ρωμαϊκή αυτοκρατορία) και ενοποίησε το έθνος απέναντι σε έναν κοινό στόχο. («Μία Γερμανία. Ένας ηγέτης») Ο πατερναλισμός, ωστόσο, αυτός συγκάλυψε και δεν επέλυσε τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα του μεσοπολέμου. Αντίθετα, στην κομμουνιστική ιδεολογία ο ηγέτης θεωρείται μία από τις κοινωνικές δυνάμεις που συντελούν στην κοινωνική εξέλιξη. Ο κομμουνιστής ηγέτης οφείλει να διατηρήσει και να συνεχίσει την προσπάθεια προς την σοσιαλιστική κοινωνία.
Αλλά και στον οικονομικό τομέα, η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι γνωστό ότι αντιμετωπίστηκε και στη «δημοκρατική» δύση με «εθνικές» πολιτικές και ευρύ προστατευτισμό, κάτι που στη Σοβιετική Ένωση είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και πιο ριζοσπαστικά. Το πολεμικό κλίμα άλλωστε μεταξύ της Αντάντ και της Σοβιετικής Ένωσης δεν επέτρεπε εμπορικές ανταλλαγές. Τα φασιστικά καθεστώτα από την άλλη πλευρά προσπάθησαν να λύσουν το οικονομικό αδιέξοδο με εξοπλιστικά προγράμματα, εφάρμοσαν τρομοκρατία αλλά τη χειραγώγηση στις εργατικές ενώσεις και έδωσαν περιθώρια ασυδοσίας στο ντόπιο και διεθνές επιχειρηματικό κεφάλαιο.
Είναι επίσης γνωστό ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν μια ομοσπονδία 24 κρατών με ιδιαίτερες συχνά εθνολογικές υποστάσεις. Σε αντίθεση με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις γενοκτονίες των Ιταλών στην Αβησσυνία και την Κροατία αλλά και το ευγονικό όραμα του Χίτλερ, στο κομμουνιστικό καθεστώς καμία φυλή ή έθνος δεν καταδιώχτηκε για την πολιτισμική και εθνολογική του υπόσταση. Μεγάλες προσωπικότητες στην πολιτική και την επιστήμη κατάγονταν από διάφορες ρωσικές δημοκρατίες και έφεραν τα ιδιαίτερα στοιχεία της καταγωγής τους.
Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011
Εκ της συντάξεως
Δυστυχώς, όσα γράφουμε εδώ και έναν περίπου χρόνο από αυτό το μετερίζι γίνονται καθημερινά άμεσα και επίκαιρα. Η ποιότητα της δημοκρατίας μας συσχετίζεται άμεσα με τα περί "κοπρίτων", οι κλειστές κοινωνίες που θίξαμε με τα σχέδια για συρματοπλέγματα στον Έβρο, τα χειραγωγούμενα "σχολεία αριστείας" με την παιδεία της αγοράς, η διαρκώς αυξανόμενη, σύμφωνα με τελευταία έρευνα, εμπλοκή των εφήβων στο ηλεκτρονικό τζογάρισμα με τον "τζόγο και τα θεάματα" της δικτατορίας που μας πειβάλλει. Από αυτήν την ιστοσελίδα θα συνεχίσουμε να θίγουμε τα κακώς κείμενα. Δεν εκπροσωπούμε κανένα κόμμα, κανένα συγκεκριμένο φορέα, μόνο τη σκέψη μας και τη λογική.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)